Βαρύ πολιτικό πλήγμα για τον Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές: Η αντεπίθεση των Δημοκρατικών σε ρεπουμπλικανικά προπύργια και οι ανατροπές στο Κογκρέσο
Ένα «μπλε κύμα» σάρωσε τις ΗΠΑ
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ εξελίσσονται σε σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ, με τους Δημοκρατικούς να καταγράφουν σημαντικές επιτυχίες ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες. Οι Δημοκρατικοί έχουν αποσπάσει πέντε ρεπουμπλικανικές έδρες στη Γερουσία και περισσότερες από έξι στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ η καταμέτρηση συνεχίζεται.
Η σημασία της βραδιάς βρίσκεται κυρίως στη γεωγραφική έκταση των επιτυχιών των Δημοκρατικών. Οι κατακτήσεις εδρών στη Βόρεια και τη Νότια Καρολίνα, στο Τέξας, στο Οχάιο και στο Κάνσας δείχνουν ότι η πίεση προς τους Ρεπουμπλικανούς επεκτείνεται πολύ πέρα από τις παραδοσιακές αμφίρροπες αναμετρήσεις.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί διατήρησαν κρίσιμες έδρες που οι αντίπαλοί τους ήλπιζαν να κατακτήσουν. Ο Τζον Όσοφ επανεξελέγη στην Τζόρτζια, νικώντας τον Μάικ Κόλινς, ενώ ο Κρις Πάπας επικράτησε του Τζον Σουνούνου στο Νιου Χάμσαϊρ. Οι επιτυχίες αυτές περιορίζουν τις δυνατότητες των Ρεπουμπλικανών να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους.
Στη Φλόριντα, επίσης, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αναχάραξη των εκλογικών ορίων ενδέχεται να μην αποδώσει στους Ρεπουμπλικανούς τα οφέλη που προσδοκούσαν. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι η δυναμική υπέρ των Δημοκρατικών έχει ευρύτερα χαρακτηριστικά και δεν εξαντλείται στις ιδιαιτερότητες μεμονωμένων υποψηφιοτήτων.
Στο επίκεντρο της εκλογικής αναμέτρησης βρίσκεται η οικονομική δυσαρέσκεια. Η μέχρι στιγμής εικόνα υποδηλώνει ότι οι ψηφοφόροι χρησιμοποιούν τις ενδιάμεσες εκλογές για να ζητήσουν αλλαγή πορείας και αυστηρότερο έλεγχο της κυβέρνησης. Δεν τεκμηριώνει, ωστόσο, από μόνη της μια μόνιμη πολιτική μετατόπιση. Η τελική έκταση των επιτυχιών των δημοκρατικών κερδών και η κατανομή τους ανά πολιτεία και περιφέρεια θα καθορίσουν πόσο βαθιά είναι η αλλαγή που καταγράφεται στην κάλπη.
Οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικά ερείσματα. Στη Φλόριντα, ο Μπάιρον Ντόναλντς κέρδισε την αναμέτρηση για το αξίωμα του κυβερνήτη και η ‘Ασλεϊ Μούντι εκείνη για τη Γερουσία. Αντίθετα, στην Τζόρτζια, η νίκη της Δημοκρατικής Κίσα Λανς Μπότομς στην αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη προσθέτει μια ακόμη σημαντική αλλαγή στον πολιτικό χάρτη.
Για τον Λευκό Οίκο, το διακύβευμα αφορά πλέον τις συνθήκες διακυβέρνησης κατά τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας Τραμπ. Εάν οι Δημοκρατικοί κατακτήσουν τη Βουλή, θα ελέγχουν τις επιτροπές της και θα μπορούν να κινούν κοινοβουλευτικές έρευνες, ενώ θα δυσκολέψουν την προώθηση της προεδρικής νομοθετικής ατζέντας. Ενδεχόμενη αλλαγή πλειοψηφίας και στη Γερουσία θα επηρεάσει επιπλέον την έγκριση ανώτερων κυβερνητικών αξιωματούχων και δικαστών.
Οι ρωγμές στην εκλογική συμμαχία του Τραμπ
Το ABC News εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί αποκτούν τουλάχιστον 51 έδρες στη Γερουσία, ανατρέποντας την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι ξεκίνησαν την εκλογική αναμέτρηση με 53 έδρες. Παράλληλα, μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης εκτιμούν ότι οι Δημοκρατικοί κατακτούν την πλειοψηφία και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου χρειάζονταν καθαρό κέρδος μόλις τριών εδρών.
Η έκταση των ανατροπών στη Γερουσία ξεπέρασε τις αρχικές προσδοκίες των Δημοκρατικών, καθώς το κόμμα κατάφερε να διεκδικήσει και να κερδίσει έδρες σε πολιτείες όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Τέξας, όπου ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του Ρεπουμπλικάνου Κεν Πάξτον, τον οποίο είχε υποστηρίξει προσωπικά ο Αμερικανός πρόεδρος. Πρόκειται για την πρώτη νίκη Δημοκρατικού σε εκλογές για τη Γερουσία στην πολιτεία από το 1988, σε μια περιοχή όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με διαφορά περίπου 14 ποσοστιαίων μονάδων πριν από δύο χρόνια.
Ανάλογη έκπληξη σημειώθηκε στη Νότια Καρολίνα, όπου η Δημοκρατική ‘Ανι ‘Αντριους κέρδισε την αναμέτρηση απέναντι στη Ρεπουμπλικανή Ντάρλαϊν Γκράχαμ. Στη Βόρεια Καρολίνα, ο πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ επικράτησε του Μάικλ Γουάτλι, πρώην προέδρου της Εθνικής Επιτροπής των Ρεπουμπλικανών, ο οποίος επίσης είχε την υποστήριξη του Τραμπ.
Στις σημαντικές ανατροπές προστέθηκε και το Οχάιο, όπου ο πρώην γερουσιαστής Σέροντ Μπράουν επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Τζον Χάστεντ, παρά την προσωπική κινητοποίηση του Αμερικανού προέδρου υπέρ του τελευταίου. Οι Δημοκρατικοί διατήρησαν επίσης κρίσιμες έδρες στην Τζόρτζια και στο Νιου Χάμσαϊρ, με την επανεκλογή του Τζον Όσοφ και τη νίκη του Κρις Πάπας, αντίστοιχα.
Πίσω από τις εκλογικές ανατροπές, οι ανταποκριτές του Reuters Τιμ Ριντ και Τρέβορ Χάνικατ εντοπίζουν ένα ευρύτερο πρόβλημα για τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο το 2024 έχοντας διευρύνει την απήχησή του πέρα από την παραδοσιακή βάση των Ρεπουμπλικάνων, καταγράφοντας σημαντικά κέρδη μεταξύ των νέων, των ισπανόφωνων ψηφοφόρων και των μαύρων ανδρών. Δύο χρόνια αργότερα, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι το κόμμα του χάνει σημαντικό μέρος αυτής της υποστήριξης.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά exit polls που επικαλείται το Reuters, η υποστήριξη προς τους Ρεπουμπλικανούς μεταξύ των ψηφοφόρων ηλικίας 18 έως 29 ετών περιορίστηκε περίπου στο ένα τέταρτο, ενώ σημαντικές απώλειες καταγράφονται και μεταξύ των ισπανόφωνων. Οι συγκρίσεις με το 2024 αφορούν διαφορετικές εκλογικές αναμετρήσεις, ωστόσο οι δύο δημοσιογράφοι αναδεικνύουν τις μετακινήσεις αυτές ως ένδειξη αποδυνάμωσης της ευρύτερης εκλογικής συμμαχίας που είχε συγκροτήσει ο Τραμπ.
Η οικονομία φαίνεται ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας. Σύμφωνα με έρευνα του AP, περίπου τα τρία τέταρτα των ψηφοφόρων αξιολογούν αρνητικά την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας, ενώ οκτώ στους δέκα δηλώνουν ότι ο πληθωρισμός έχει προκαλέσει σοβαρές ή μέτριες οικονομικές δυσκολίες στα νοικοκυριά τους.
Η ίδια έρευνα καταγράφει γενικευμένη απογοήτευση για την πορεία της χώρας, με περίπου τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων να δηλώνουν δυσαρεστημένοι ή οργισμένοι. Το κόστος ζωής και η κυβερνητική διαφθορά αναδείχθηκαν σε δύο από τα σημαντικότερα ζητήματα που επηρέασαν την ψήφο, ενώ περίπου έξι στους δέκα θεωρούν ότι ο Τραμπ δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στα προσωπικά του συμφέροντα παρά στα συμφέροντα της χώρας.
Αυτό το αρνητικό κλίμα λόγω της οικονομικής δυσαρέσκειας συνδέεται με τη διάψευση των προσδοκιών που είχαν συνοδεύσει την επιστροφή του Τραμπ στην προεδρία. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποσχεθεί την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, οι δασμοί στις εισαγωγές και ο πόλεμος με το Ιράν επιβάρυναν περαιτέρω την οικονομική κατάσταση πολλών αμερικανικών νοικοκυριών, ιδιαίτερα μέσω της αύξησης των τιμών των καυσίμων.
Οι εκλογικές απώλειες αναδεικνύουν και ένα δεύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ που αφορά την επίδοση υποψηφίων που είχαν την προσωπική του υποστήριξη, παρά τις επιφυλάξεις στελεχών των Ρεπουμπλικάνων για την εκλογιμότητά τους.
Στο Τέξας, ο Κεν Πάξτον είχε επικρατήσει του επί σειράν ετών γερουσιαστή Τζον Κόρνιν στην εσωκομματική αναμέτρηση, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη του προέδρου. Η επιλογή αυτή είχε προκαλέσει ανησυχία στη ρεπουμπλικανική ηγεσία, καθώς στελέχη του κόμματος θεωρούσαν ότι ο Πάξτον θα αντιμετώπιζε μεγαλύτερες δυσκολίες στις γενικές εκλογές.
Αντίστοιχα, στη Νότια Καρολίνα, ο Τραμπ είχε υποστηρίξει την Νταρλίν Γκρέιαμ, παρά τις επιφυλάξεις που υπήρχαν για την πολιτική της εμπειρία, ενώ στο Οχάιο είχε πραγματοποιήσει προσωπικές εμφανίσεις υπέρ του Τζον Χάστεντ. Το Associated Press χαρακτηρίζει τις ήττες αυτές ιδιαίτερα σημαντικές για τον πρόεδρο, ο οποίος είχε επενδύσει το προσωπικό του πολιτικό κεφάλαιο στην εκλογή των συγκεκριμένων υποψηφίων.
Ο ίδιος ο Τραμπ επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από το αποτέλεσμα. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποστήριξε ότι δεν ήταν ο ίδιος υποψήφιος και ότι, εάν συμμετείχε στην αναμέτρηση, θα είχε κερδίσει με συντριπτική διαφορά. Η τοποθέτησή του ήρθε ενώ είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται οι σημαντικές απώλειες των Ρεπουμπλικάνων, παρά την εντατική προσωπική του συμμετοχή στην προεκλογική εκστρατεία.
Η έκταση της εκλογικής μεταστροφής αποτυπώνεται και στις αναμετρήσεις για τις θέσεις κυβερνητών. Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν σημαντικές επιτυχίες στο Οχάιο, όπου η Έιμι ‘Ακτον επικράτησε του Ρεπουμπλικάνου Βίβεκ Ραμασουάμι, αλλά και στην Τζόρτζια, όπου η Κίσα Λανς Μπότομς έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης αμερικανικής πολιτείας. Στο Τέξας, η Δημοκρατική Τζίνα Ινοχόσα επικράτησε του Ρεπουμπλικάνου κυβερνήτη Γκρεγκ ‘Αμποτ, σε ακόμη μία σημαντική ανατροπή.
Η ενίσχυση των Δημοκρατικών, πάντως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν εξασφαλίσει μια νέα σταθερή πολιτική πλειοψηφία. Το Associated Press επισημαίνει ότι, παρά τη δυσαρέσκεια απέναντι στον Τραμπ, το Δημοκρατικό Κόμμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα δημοτικότητας. Λιγότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους εκφράζουν θετική άποψη για το κόμμα, σύμφωνα με δημοσκόπηση του AP, στοιχείο που δείχνει ότι η αποδοκιμασία της κυβέρνησης δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς την αντιπολίτευση.
Οι μετακινήσεις που καταγράφονται σήμερα δεν προδικάζουν, επομένως, τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος στις προεδρικές εκλογές του 2028. Αναδεικνύουν, ωστόσο, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Ρεπουμπλικάνοι να διατηρήσουν τη διευρυμένη εκλογική τους απήχηση μόλις δύο χρόνια μετά την επιστροφή τους στην εξουσία.
Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα έχει και άμεσες συνέπειες για την άσκηση της προεδρικής εξουσίας. Με την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να αναλάβουν τον έλεγχο των κοινοβουλευτικών επιτροπών, να ξεκινήσουν έρευνες για την κυβέρνηση και να εμποδίσουν την προώθηση σημαντικών νομοθετικών πρωτοβουλιών του Λευκού Οίκου.
Η κατάκτηση της Γερουσίας θα τους δώσει επιπλέον τη δυνατότητα να εμποδίζουν την επικύρωση υπουργικών και δικαστικών διορισμών, περιορίζοντας ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της προεδρικής εξουσίας.
Το Associated Press επισημαίνει ότι η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορούσε να ξεκινήσει εκτεταμένες έρευνες για την κυβέρνηση, με πιθανές διαδικασίες ακόμη και για την παραπομπή κυβερνητικών αξιωματούχων. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις έχει ήδη παρουσιάσει πρόγραμμα για τις πρώτες εκατό ημέρες, με έμφαση στη μείωση του κόστους ζωής και στον αυστηρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.
Η ανάκτηση του Κογκρέσου, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να εφαρμόσουν ανεμπόδιστα τη δική τους πολιτική. Ο Τραμπ θα διατηρήσει το προεδρικό βέτο και σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες, ιδιαίτερα στην εμπορική και εξωτερική πολιτική. Παράλληλα, η ανάληψη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα δημιουργήσει νέες προσδοκίες από τους ψηφοφόρους, οι οποίοι θα αναμένουν απαντήσεις στα οικονομικά προβλήματα και όχι μόνο αντιπολίτευση στον πρόεδρο.
Ο Τραμπ θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο για τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά θα κληθεί πλέον να κυβερνήσει απέναντι σε ένα Κογκρέσο που πλέον θα ελέγχεται από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Την ίδια στιγμή, οι πρώτες μετεκλογικές αναλύσεις καταγράφουν απώλειες στην εκλογική συμμαχία που του επέτρεψε να επιστρέψει στην προεδρία το 2024, αναδεικνύοντας μια πολιτική πρόκληση που εκτείνεται πέρα από την κατανομή των εδρών και αφορά τις προοπτικές των Ρεπουμπλικανών για τις εκλογές του 2028.
