Τι είναι το «Blue Dot Fever» που «χτυπάει» ποπ σταρ όπως η Τζένιφερ Λόπεζ -Τι συμβαίνει με τις μουσικές περιοδείες
Τα τελευταία χρόνια, ποπ σταρ που κάποτε θεωρούνταν βέβαιες εμπορικές επιτυχίες άρχισαν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αγορά των live εμφανίσεων.
- Πολλά μεγάλα ονόματα της pop, όπως οι Pussycat Dolls και η Jennifer Lopez, αντιμετωπίζουν δυσκολίες να γεμίσουν τις αρένες τους, με ακυρώσεις περιοδειών και πολλές διαθέσιμες θέσεις, σηματοδοτώντας την εμφάνιση του «Blue Dot Fever».
- Η μουσική βιομηχανία υπερεκτίμησε τη δύναμη της νοσταλγίας των millennials και μπέρδεψε τη δραστηριότητα στα social media με την πρόθεση αγοράς εισιτηρίου. Αυτό οδήγησε καλλιτέχνες να κλείνουν υπερμεγέθεις χώρους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο κενών θέσεων.
- Αντίθετα με τους παλαιότερους, νεότεροι καλλιτέχνες όπως η Sabrina Carpenter και η Billie Eilish συνεχίζουν να έχουν sold out, καθώς η Gen Z αντιλαμβάνεται τη συναυλία ως κοινωνικό γεγονός και μέρος της ταυτότητάς της, ενώ το υψηλό κόστος των εισιτηρίων αποτρέπει πολλούς.
- Μετά την πανδημία, οι συναυλίες έγιναν βασική πηγή εσόδων, εκτοξεύοντας τις τιμές και δημιουργώντας VIP πακέτα. Η εικόνα των άδειων αρένων γίνεται viral αποτυχία στα social media, ενώ η λύση είναι η επιλογή χώρων ανάλογων της πραγματικής απήχησης των καλλιτεχνών.
Μια νέα φράση αρχίζει να κυκλοφορεί ολοένα και πιο έντονα στη μουσική βιομηχανία και στα social media των ΗΠΑ: «Blue Dot Fever». Κυριολεκτικά σημαίνει «πυρετός της μπλε τελείας» και αναφέρεται στις μπλε κουκκίδες που εμφανίζονται στις πλατφόρμες πώλησης εισιτηρίων για να δείξουν τις διαθέσιμες θέσεις σε μια συναυλία. Μόνο που πλέον αυτές οι μπλε τελείες δεν εξαφανίζονται εύκολα. Και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, μεγάλα ονόματα της pop αρχίζουν να βλέπουν τεράστιες περιοδείες να δυσκολεύονται να γεμίσουν αρένες που κάποτε θεωρούνταν δεδομένα sold out.
Το φαινόμενο ήρθε στην επιφάνεια μετά την προ ημερών απόφαση του γυναικείου ποπ συγκροτήματος The Pussycat Dolls να ακυρώσει σχεδόν όλες τις ημερομηνίες της προγραμματισμένης βορειοαμερικανικής περιοδείας του, διατηρώντας μόνο μία εμφάνιση. Το συγκρότημα ανακοίνωσε ότι πήρε την απόφαση ύστερα από «μια ειλικρινή επανεκτίμηση» της περιοδείας, όμως στα social media η εξήγηση ήταν διαφορετική: τα εισιτήρια απλώς δεν πουλούσαν αρκετά.
Δυσκολίες στην αγορά των live εμφανίσεων
Και οι Pussycat Dolls δεν είναι οι μόνες. Τα τελευταία χρόνια, καλλιτέχνες που κάποτε θεωρούνταν βέβαιες εμπορικές επιτυχίες άρχισαν να αντιμετωπίζουν απροσδόκητες δυσκολίες στην αγορά των live εμφανίσεων. Ονόματα όπως η Jennifer Lopez, η Meghan Trainor και ο Zayn Malik βρέθηκαν στο επίκεντρο συζητήσεων όταν χρήστες του διαδικτύου δημοσίευσαν screenshots από sites εισιτηρίων που έδειχναν δεκάδες ή και εκατοντάδες διαθέσιμες θέσεις λίγες ημέρες πριν από τις συναυλίες τους.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους καλλιτέχνες βασίζονται ακριβώς σε αυτό που η μουσική βιομηχανία θεωρούσε μέχρι πρότινος ακαταμάχητο: τη νοσταλγία των millennials. Για πάνω από μία δεκαετία, οι εταιρείες ψυχαγωγίας επένδυσαν τεράστια ποσά στην επιστροφή της κουλτούρας των ‘90s και των ‘00s.
Ταινίες, σειρές, επανενώσεις συγκροτημάτων και comeback tours στηρίχθηκαν στην πεποίθηση ότι η γενιά που μεγάλωσε με MTV, CD και TRL θα πλήρωνε ακριβά για να ξαναζήσει την εφηβεία της.
Και για αρκετό καιρό, αυτή η στρατηγική φαινόταν να λειτουργεί. Οι Oasis κατάφεραν να εξαντλήσουν μέσα σε μία ώρα τα εισιτήρια της πρώτης βορειοαμερικανικής περιοδείας τους μετά το 2008, ενώ συγκροτήματα και καλλιτέχνες όπως οι Coldplay, Hilary Duff και My Chemical Romance συνέχισαν να συγκεντρώνουν τεράστια ζήτηση, παρότι η κορύφωση της δημοτικότητάς τους είχε συμβεί σχεδόν δύο δεκαετίες νωρίτερα.
Η βιομηχανία υπερεκτίμησε τη δύναμη της νοσταλγίας
Όμως πλέον όλο και περισσότεροι αναλυτές της μουσικής αγοράς θεωρούν ότι η βιομηχανία υπερεκτίμησε τη δύναμη της νοσταλγίας. Ο Νέιθαν Γκριν, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας New Level Radio, υποστηρίζει ότι το βασικό πρόβλημα είναι πως πολλοί καλλιτέχνες κλείνονται σε αρένες πολύ μεγαλύτερες από τη σημερινή πραγματική απήχησή τους.
«Οι καλλιτέχνες κλείνονται σε χώρους μεγαλύτερους από αυτό που πραγματικά μπορούν να υποστηρίξουν σήμερα», εξηγεί. Παράλληλα, θεωρεί ότι η μουσική βιομηχανία έκανε ένα ακόμη σοβαρό λάθος: μπέρδεψε τη δραστηριότητα στα social media με την πραγματική πρόθεση αγοράς εισιτηρίου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το φαινόμενο των «μπλε τελειών» δημιουργεί και έναν φαύλο κύκλο. «Παλιά αυτό ήταν πρόβλημα μικρών καλλιτεχνών, όχι μεγάλων περιοδειών», λέει. «Τώρα όμως οι θεατές βλέπουν τις άδειες θέσεις και σκέφτονται ότι η συναυλία ίσως δεν αξίζει. Κι έτσι οι άδειες θέσεις φέρνουν ακόμη περισσότερες άδειες θέσεις».
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν φαίνεται να αφορά συνολικά τη live μουσική. Αντίθετα, οι νεότεροι καλλιτέχνες συνεχίζουν να πουλούν τεράστιους αριθμούς εισιτηρίων. Η Sabrina Carpenter ολοκλήρωσε μια περιοδεία 14 μηνών με περισσότερες από 70 εμφανίσεις παγκοσμίως και αλλεπάλληλα sold out, ενώ η Billie Eilish πρόσθεσε ακόμη 23 ημερομηνίες στην περιοδεία της μετά την εξάντληση των αρχικών συναυλιών. Παρόμοια εικόνα παρουσίασαν και οι περιοδείες της Dua Lipa και της Charli XCX μετά τις επιτυχημένες κυκλοφορίες των άλμπουμ τους το 2024.
Η διαφορά ίσως βρίσκεται όχι μόνο στην ηλικία του κοινού αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται πλέον τη συναυλιακή εμπειρία. Για τη Gen Z, το live δεν είναι απλώς μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν. Είναι μέρος της ταυτότητάς της στο παρόν. Ένα κοινωνικό γεγονός που συνδέεται με TikTok trends, online κοινότητες και ψηφιακή κουλτούρα. Αντίθετα, για αρκετούς millennials, η αγορά ενός πανάκριβου εισιτηρίου για να ξαναδούν έναν καλλιτέχνη της εφηβείας τους ίσως να μην αρκεί πλέον από μόνη της.
Ο παράγοντας του κόστους
Και βέβαια, υπάρχει και ο παράγοντας του κόστους. Στα σχόλια κάτω από το άρθρο τoυ Newsweek, πολλοί χρήστες αποδίδουν την κρίση κυρίως στις υπερβολικές τιμές. «Τα εισιτήρια κοστίζουν υπερβολικά πολύ», γράφει ένας χρήστης. Άλλος σχολιάζει ότι τη δεκαετία του ’80 μπορούσε κανείς να δει τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες με 22,5 δολάρια, ενώ σήμερα πολλές συναυλίες κοστίζουν σχεδόν όσο μισό ενοίκιο.
Ιδιαίτερα καυστικός εμφανίζεται ένας επαγγελματίας του ticketing με εμπειρία σχεδόν 40 ετών, ο οποίος απαριθμεί τους βασικούς λόγους πίσω από το «Blue Dot Fever»: «Η απληστία των καλλιτεχνών, οι τιμές, οι VIP θέσεις, οι μεταπωλητές εισιτηρίων, οι υπερβολικές χρεώσεις parking, merchandise και service fees». Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό, αλλά στον πυρήνα του βρίσκεται η πεποίθηση ότι το κοινό θα συνεχίσει να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό για μια συναυλία.
Ένας από τους πιο ακριβούς τομείς της ψυχαγωγίας
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια η συναυλιακή αγορά μετατράπηκε σε έναν από τους πιο ακριβούς τομείς της ψυχαγωγίας. Μετά την πανδημία, οι καλλιτέχνες στράφηκαν ακόμη περισσότερο στα live ως βασική πηγή εσόδων, αφού τα streaming platforms αποφέρουν πολύ μικρότερα κέρδη σε σχέση με το παρελθόν των φυσικών πωλήσεων. Το αποτέλεσμα ήταν μια εκρηκτική αύξηση τιμών, δυναμικών χρεώσεων και VIP πακέτων που σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν να κοστίζουν εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες δολάρια.
Παράλληλα, η ίδια η εικόνα μιας άδειας αρένας έχει πλέον μετατραπεί σε δημόσιο γεγονός. Στην εποχή των social media, μια φωτογραφία από διαθέσιμες θέσεις μπορεί να γίνει viral μέσα σε λίγα λεπτά και να δημιουργήσει την αίσθηση αποτυχίας πριν ακόμη ξεκινήσει η περιοδεία. Το live μουσικό event δεν αξιολογείται πλέον μόνο από τη μουσική αλλά και από το κατά πόσο φαίνεται «μεγάλο», επιτυχημένο και viral στο διαδίκτυο.
Παρόλα αυτά, ο Νέιθαν Γκριν πιστεύει ότι το φαινόμενο μπορεί να αντιστραφεί. «Αν η βιομηχανία επιστρέψει σε χώρους που οι καλλιτέχνες μπορούν πραγματικά να γεμίσουν, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μικρότερες αρένες και περισσότερες βραδιές, τότε η συναυλία θα μοιάζει ξανά με πραγματικό γεγονός», λέει. Και προσθέτει με νόημα: «Οι άδειες θέσεις είναι ένα μήνυμα προς το κοινό ότι το hype ήταν τελικά μεγαλύτερο από τον ίδιο τον καλλιτέχνη».
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
