Τον Φρίντκιν τον γνωρίζουμε καλά: δεν διστάζει να επενδύει σημαντικά ποσά στη Ρόμα και, αν δεν υπήρχαν οι περιορισμοί της UEFA, πιθανότατα θα δαπανούσε ακόμη περισσότερα. Γνωρίζουμε επίσης τη φιλοσοφία της Oaktree: από τη στιγμή που ανέλαβε την Ίντερ, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι βασική της προτεραιότητα ήταν η λειτουργική και οικονομική σταθερότητα. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Τζιαν Πιέρο Γκασπερίνι έχει στη διάθεσή του μεγαλύτερες επενδύσεις σε σχέση με τον Κρίστιαν Κίβου.
Οι δύο προπονητές ακολουθούν παράλληλη πορεία στη Ρώμη και στο Μιλάνο. Ανέλαβαν και οι δύο το καλοκαίρι του 2025 και βρίσκονται πλέον στη δεύτερη σεζόν τους. Έτσι, μπορεί να γίνει μια συγκριτική ανάλυση των μεταγραφικών τους κινήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις δύο μεταγραφικές περιόδους της σεζόν 2025-26 και την καλοκαιρινή περίοδο της σεζόν 2026-27.
Για τη συγκεκριμένη ανάλυση υπολογίζονται μόνο τα σταθερά ποσά των μεταγραφών, χωρίς τα μπόνους, καθώς και τα ποσά που καταβλήθηκαν για δανεισμούς.
Με το που ανέλαβε τη Ρόμα, ο Γκασπερίνι είδε τον Φρίντκιν να του προσφέρει δύο μεταγραφές άνω των 20 εκατ. ευρώ: τον Γουέσλεϊ έναντι 25 εκατ. και τον Ελ Αϊναουί έναντι 23 εκατ. ευρώ. Τον χειμώνα αποκτήθηκε ο Ρομπίνιο Βαζ έναντι 20 εκατ. ευρώ, ενώ ιδιαίτερα σημαντικός ήταν και ο δανεισμός του Μάλεν, για τον οποίο καταβλήθηκαν 2 εκατ. ευρώ.
Αν προστεθούν ο Ζιολκοφσκι (6,5 εκατ.) και οι υπόλοιποι δανεισμοί — Μπέιλι (3), Φέργκιουσον (3), Γκιλάρντι (2) και Σαραγόσα (2) — η συνολική δαπάνη της Ρόμα για τη σεζόν 2025-26 ανήλθε στα 86,5 εκατ. ευρώ.
Για την τρέχουσα σεζόν, η αμερικανική ιδιοκτησία, παρά τους περιορισμούς του Financial Fair Play, ενέκρινε ακόμη μεγαλύτερες επενδύσεις. Η Ρόμα απέκτησε οριστικά τον Μάλεν έναντι 25 εκατ. ευρώ και προχώρησε στις σημαντικές μεταγραφές των Κάστρο (35 εκατ.) και Ροντρίγκο Μόρα (25 εκατ.). Παράλληλα, αποκτήθηκαν οι Κουλιεράκης (16,5), Μολίνα (13) και Ντε Ρόον (1), ενώ ο Γκιλάρντι αγοράστηκε με 8 εκατ. ευρώ και ο Μπαλέρντι αποκτήθηκε ως δανεικός έναντι 1 εκατ.
Η συνολική δαπάνη της Ρόμα για τη σεζόν 2026-27 ανέρχεται έτσι στα 124,5 εκατ. ευρώ. Συνολικά, από τότε που ο Γκασπερίνι ανέλαβε την τεχνική ηγεσία των «τζιαλορόσι», ο σύλλογος έχει δαπανήσει περίπου 211 εκατ. ευρώ για μεταγραφές.
Και η επένδυση δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς η συμφωνία με την Πόρτο για τον Ροντρίγκο Μόρα προβλέπει την επόμενη χρονιά επιπλέον καταβολή 25 εκατ. ευρώ ή την παραχώρηση του 50% μιας ενδεχόμενης μεταπώλησής του.
Η περίπτωση της Ίντερ
Στην πρώτη σεζόν του Κίβου στον πάγκο της Ίντερ, όλες οι επενδύσεις της διοίκησης αφορούσαν νεαρούς ποδοσφαιριστές, σύμφωνα με τη φιλοσοφία της Oaktree.
Έτσι, αποκτήθηκαν ο Λουίς Ενρίκε έναντι 24,5 εκατ. ευρώ, ο Μπόνι για 23 εκατ., ο Ντιούφ για 20 εκατ. και ο Σούσιτς για 15,5 εκατ. ευρώ. Μαζί με τον δανεισμό του Ακάντζι, που κόστισε 1 εκατ. ευρώ, η συνολική δαπάνη της Ίντερ για τη σεζόν 2025-26 έφτασε τα 84 εκατ. ευρώ.
Η στρατηγική της ομάδας έγινε πιο επιθετική τη φετινή σεζόν. Η Ίντερ στράφηκε στην Premier League και απέκτησε πιο έμπειρους ποδοσφαιριστές, όπως οι Σπενς (31 εκατ.) και Τζόουνς (30 εκατ.), ενώ ο Στόουνς αποκτήθηκε ως ελεύθερος.
Παράλληλα, ο Μαρότα ενεργοποίησε την οψιόν αγοράς του Ακάντζι έναντι 15 εκατ. ευρώ και τη ρήτρα επαναγοράς του Στάνκοβιτς για 23 εκατ. ευρώ. Ο τελευταίος είχε πουληθεί την προηγούμενη χρονιά στην Μπριζ έναντι περίπου 10 εκατ. ευρώ.
Με την προσθήκη και του Προβεντέλ, που κόστισε 3 εκατ. ευρώ, η συνολική δαπάνη της Ίντερ για τη σεζόν 2026-27 ανέρχεται στα 102 εκατ. ευρώ.
Συνολικά, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του Κίβου στον πάγκο, η Ίντερ έχει δαπανήσει περίπου 186 εκατ. ευρώ για μεταγραφές.
Ρόμα και Ίντερ: η οικονομική σύγκριση
Κατά τη διάρκεια της θητείας των Γκασπερίνι και Κίβου, η Ρόμα έχει επενδύσει περισσότερα χρήματα στην αγορά από την Ίντερ: 211 εκατ. ευρώ έναντι 186 εκατ. ευρώ.
Η διαφορά ανέρχεται στα 25 εκατ. ευρώ. Πρόκειται, επομένως, για μια καθαρά οικονομική σύγκριση: η Ρόμα έχει διαθέσει περισσότερους πόρους για τη διαμόρφωση του ρόστερ του Γκασπερίνι σε σχέση με την αντίστοιχη επένδυση της Ίντερ για τον Κίβου.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Οι δύο προπονητές δεν παρέλαβαν τις ίδιες ομάδες. Η αγωνιστική βάση που κληρονόμησε ο Κίβου ήταν διαφορετική από εκείνη που βρήκε ο Γκασπερίνι, κάτι που αποτυπώνεται και στα αποτελέσματα των δύο συλλόγων τα προηγούμενα χρόνια.
Ο Ρουμάνος τεχνικός είχε ως σημαντικό επίτευγμα την κατάκτηση του πρωταθλήματος στην πρώτη του σεζόν, ενώ ο Ιταλός κατάφερε να επαναφέρει τη Ρόμα στο Champions League έπειτα από επτά χρόνια.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν εξετάσουμε όχι μόνο τα ποσά των μεταγραφών, αλλά και τον πραγματικό αντίκτυπο των μεταγραφικών κινήσεων στα οικονομικά των δύο συλλόγων.
Υπολογίζοντας την αύξηση του κόστους από τις νέες προσθήκες και την εξοικονόμηση από τις αποχωρήσεις, προκύπτει ότι το συνολικό κόστος του ρόστερ της Ρόμα, από το καλοκαίρι του 2025, έχει αυξηθεί κατά περίπου 15 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων μισθών, αποσβέσεων και δανεισμών.
Αντίθετα, το κόστος του ρόστερ της Ίντερ έχει μειωθεί κατά περίπου 10 εκατ. ευρώ στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Αυτά είναι τα μεγέθη που εξετάζουν κατά προτεραιότητα οι διοικήσεις των συλλόγων, καθώς αποτυπώνουν τη λεγόμενη ετήσια «οικονομική ισχύ» μιας ομάδας.
Σε αυτό το σημείο γίνεται εμφανής και η διαφορετική φιλοσοφία των δύο ιδιοκτησιών. Ο Φρίντκιν έχει ήδη συνηθίσει να καλύπτει τις ζημιές της Ρόμα μέσω αυξήσεων κεφαλαίου. Από τότε που ανέλαβε τον σύλλογο, το 2020, η Ρόμα δεν έχει παρουσιάσει κερδοφόρα χρήση και αναμένεται να καταγράψει ζημιές και για τη χρήση 2025-26.
Η Oaktree, από την άλλη πλευρά, κατά την πρώτη της σεζόν στο Μιλάνο οδήγησε την Ίντερ σε κέρδη περίπου 35 εκατ. ευρώ και αναμένεται να επαναλάβει αυτή την επίδοση όταν το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τα οικονομικά αποτελέσματα της χρήσης που ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουνίου 2026.
