Ο Παπαϊωάννου πέρα από τη σκηνή, η Ιλιάδα στο γήπεδο, η μόδα σε πρώτο πλάνο -Τζάρμους, Ζίζεκ και επέλαση σινεμά στη Στέγη που έγινε 16 ετών
Ως «επαναστατημένη έφηβη», η Στέγη διευρύνει αισθητά το πεδίο της, με το σινεμά και τη μόδα να αποκτούν νέα βαρύτητα δίπλα στις παραστατικές τέχνες και την τεχνολογία. Οι μεγάλες αφίξεις είναι μόνο ένα μέρος μιας σεζόν που δείχνει προς τα πού θέλει να κινηθεί ο οργανισμός.
«Αν ερχόταν ο πρόεδρος και έλεγε “δεν μπορούμε να ξοδεύουμε τόσα λεφτά, θα πρέπει να σταματήσουμε πολλές από τις δράσεις μας και να κάνουμε μόνο μία”, με το χέρι στην καρδιά σάς λέω ότι θα έλεγα να κλείσει η Στέγη, να φτιάξουμε κι άλλα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία».
Η Αφροδίτη Παναγιωτάκου μόλις έχει παρουσιάσει μια σεζόν που φέρνει στην Αθήνα τον Ρομέο Καστελούτσι και τον Φάουστ του σε συμπαραγωγή με τη Στέγη, τον Τζιμ Τζάρμους, την Τζίλιαν Άντερσον, την Μπέλα Φρόιντ και τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, ανοίγει για πρώτη φορά ολόκληρο το εικαστικό σύμπαν του Δημήτρη Παπαϊωάννου, βάζει τον Νίκο Καραθάνο να αναρωτιέται «τι δουλειά έχει το ποδόσφαιρο με την Ιλιάδα;», οδηγεί τον χορό μέσα στο metaverse και την τεχνητή νοημοσύνη στη δύσκολη περιοχή του «unlearning», της από-μάθησης. Κι όμως, όταν φτάνει η στιγμή να πει τι θεωρεί σημαντικότερο, επιλέγει τα σχολεία.
«Αυτό που ζούμε με τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία είναι, θεωρώ, μαζί με το νοσοκομείο και πάνω από το νοσοκομείο, το πιο σοβαρό αποτύπωμα», λέει και στρέφεται προς τον Αντώνη Παπαδημητρίου για να τον ευχαριστήσει «και ως πολίτης». Λίγο νωρίτερα ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση είχε δώσει και τους αριθμούς που εξηγούν την κλίμακα του εγχειρήματος: το δίκτυο βρίσκεται πλέον στα 20 Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία και, όταν ολοκληρωθεί, θα φτάσει τα 22 και περίπου 6.000 μαθητές τον χρόνο. Για τις 400 θέσεις εκπαιδευτικών που άνοιξαν φέτος, είπε, κατατέθηκαν 14.000 αιτήσεις. Και επέμενε σε κάτι που έχει μεγαλύτερη σημασία από τους αριθμούς: «Ένα σχολείο όχι πρότυπο, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι όλα τα δημόσια σχολεία».
Η κλίμακα της συζήτησης έχει αλλάξει ήδη από τα πρώτα λεπτά. Γιατί στην παρουσίαση του προγράμματος ενός πολιτιστικού οργανισμού το ισχυρότερο επιχείρημα δεν ήταν τελικά ένα μεγάλο διεθνές όνομα ούτε μια πολυαναμενόμενη πρεμιέρα, αλλά η διεκδίκηση ότι το σχολείο, η υγεία, η δυνατότητα ενός παιδιού να αποκτήσει πρόσβαση στη γνώση και στην τέχνη ανήκουν επίσης στο πεδίο του πολιτισμού. Και μαζί έρχεται αναπόφευκτα το πιο δύσκολο ερώτημα, που η ίδια η παρουσία ενός κοινωφελούς ιδρύματος μέσα στη δημόσια εκπαίδευση θέτει: μέχρι πού μπορεί και πρέπει να φτάνει σήμερα ένας πολιτιστικός οργανισμός και πού αρχίζει η ευθύνη της Πολιτείας;
«Τι δουλειά έχει το ποδόσφαιρο με την Ιλιάδα;»
Η απάντηση στο ερώτημα για το πού αρχίζει και πού τελειώνει ένας πολιτιστικός οργανισμός δίνεται, με έναν τρόπο, και από το ίδιο το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, που φέτος μοιάζει να ενδιαφέρεται λιγότερο για τα ασφαλή σύνορα και περισσότερο για τις επικίνδυνες συναντήσεις. Ο Λούκας Τβαρκόβσκι φέρνει τον Άλαν Τούρινγκ αντιμέτωπο με την τεχνητή νοημοσύνη, ο Ρομέο Καστελούτσι αφαιρεί τις λέξεις από τον «ΦΑΟΥΣΤ» του Γκέτε, οι (LA)HORDE βάζουν το πραγματικό σώμα να χορέψει δίπλα στο ψηφιακό του είδωλο και ο Νίκος Καραθάνος παίρνει την «Ιλιάδα» και την κατεβάζει στο γήπεδο.
«Είναι μια παλιά ιδέα που ήρθε η ώρα να την κάνουμε. Χρόνια, τη λέμε, πολλά χρόνια. Τι δουλειά έχει το ποδόσφαιρο με την Ιλιάδα; Τι δουλειά έχουν οι 41 θυμωμένες μέρες με δύο χωριά που μαζεύονται στο γήπεδο;» είπε ο Καραθάνος παρουσιάζοντας το «Έπος» (10 Απριλίου-30 Μαΐου 2027). «Έτσι σκέφτηκα να κάνουμε μια ενδεκάδα, να βάλουμε δύο προπονήτριες, την Αμαλία Μουτούση και τη Μαρία Καβογιάννη, να πάρουν νέα παιδιά από δύο χωριά και να θυμώσουν».
Αίφνης, η συγγένεια αρχίζει να γίνεται σχεδόν αυτονόητη. Η «Ιλιάδα» είναι ένα έπος θυμού, ανδρικής τιμής, ταπείνωσης και εκδίκησης, δύο απέναντι στρατοπέδων και σωμάτων που πρέπει να αποδείξουν την αξία τους μπροστά στους άλλους· το γήπεδο διαθέτει τις δικές του φυλές, τους ήρωες, τους αποδιοπομπαίους, τη βία και τη δόξα, τη φανέλα που πρέπει να τιμηθεί, την κερκίδα που μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας σύγχρονος χορός.
Ο Νίκος Καραθάνος αναγνωρίζει κάτι πολύ παλιό μέσα σε κάτι απολύτως σημερινό: την ανάγκη των ανθρώπων να χωριστούν σε δύο πλευρές και, για ενενήντα λεπτά ή για δέκα χρόνια πολέμου, να πιστέψουν ότι η σύγκρουσή τους αφορά ολόκληρο τον κόσμο.
Το επίσημο πρόγραμμα συμπληρώνει την εικόνα με εκείνη την καραθανική υπερβολή (ή μήπως υπέρβαση;) που ήδη βλέπεις να παίρνει σάρκα πριν εμφανιστεί στη σκηνή: η Μαρία Καβογιάννη και η Αμαλία Μουτούση γίνονται προπονήτριες, παίκτριες και χωριάτισσες, ο Γιάννης Κότσιφας και ο Γιώργος Ζυγούρης μπαίνουν στην ομάδα μαζί με τον ίδιο τον Καραθάνο και, με τη μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, όλοι μαζί «κλαδεύουν, κάνουν τάκλιν, θυσιάζουν κατσίκια πριν το πέναλτι, γιουχάρουν, ιδρώνουν τη φανέλα και ξεθεώνονται».
Και ίσως έχει σημασία ότι η Καλλιτεχνική Διευθύντρια και μέλος στο ΔΣ του Ιδρύματος Ωνάση Αφροδίτη Παναγιωτάκου, ακούγοντας τον Καραθάνο να μιλά για τις δύο γυναίκες προπονήτριες, πήγε αμέσως αλλού το σχόλιο. «Νομίζω ότι έχει έρθει ο καιρός να ακούσουμε πώς μιλάνε πραγματικά οι γυναίκες όταν είναι πραγματικά τσατισμένες», είπε. «Γιατί έχουμε κουραστεί να μιλάμε όμορφα όταν οι καταστάσεις απαιτούν άλλο τόνο».
Ο «Οιδίποδας» ξανά και η πολυτέλεια του χρόνου
Από τον Όμηρο στον Σοφοκλή, αλλά με μια άλλη, λιγότερο θεαματική είδηση που ειπώθηκε σχεδόν παρεμπιπτόντως και λέει πολλά για το πώς παράγεται σήμερα θέατρο στην Ελλάδα. Ο «Οιδίποδας» του Ρόμπερτ Άικ επιστρέφει στην Κεντρική Σκηνή (12 Νοεμβρίου-13 Δεκεμβρίου), με τον Νίκο Κουρή και τη Μαρία Κεχαγιόγλου πλέον στον ρόλο της Ιοκάστης. Ο Κουρής μίλησε για μια παράσταση «πολύ σημαντική, πολύ ειδική, πολύ μοναδική και ανεξήγητη» για τον ίδιο, αλλά η Κεχαγιόγλου στάθηκε σε κάτι φαινομενικά τεχνικό: στις πρόβες.
«Είναι πολύ σημαντικό το ότι δίνεται πολύς χρόνος, αρκετός χρόνος για την επανάληψη. Αυτό δεν είναι αυτονόητο», είπε. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό για μια εκ νέου εμβάθυνση».
Ο Καστελούτσι παίρνει τις λέξεις από τον «Φάουστ»
Και μετά έρχεται ο Ρομέο Καστελούτσι, ο οποίος κάνει κάτι σχεδόν βίαιο απέναντι σε ένα κείμενο περίπου 12.000 στίχων: του αφαιρεί τον λόγο. Ο «ΦΑΟΥΣΤ» (3-7 Μαρτίου 2027), μια συμπαραγωγή της Στέγης που θα κάνει πρεμιέρα στο Μονπελιέ στις 9 Οκτώβρη, χτίζεται με σκοτάδι, φως, ομίχλη, τρεις βασικούς ερμηνευτές και δέκα ανθρώπους που επιλέγονται σε κάθε πόλη και εκπαιδεύονται σε μια τελετουργική χορογραφία.
Εδώ επιστρέφει η φράση της Αφροδίτης Παναγιωτάκου από την αρχή της παρουσίασης για ένα θέατρο που φέτος θα στηριχθεί σε κείμενα «που θα έχουν πειραχτεί, αλλά θα έχουν πειραχτεί με κάποιο λόγο, όχι απλώς και μόνο για να πατήσουν πάνω σε έναν ισχυρό τίτλο και από εκεί και πέρα τίποτα».
Ο Άλαν Τούρινγκ μπαίνει στην εποχή της ΑΙ
Ο Λούκας Τβαρκόβσκι μετά τα «ROHTKO» και «Respublika» επιστρέφει με το «ORACLE» (15-18 Οκτωβρίου), δεύτερο μέρος της τριλογίας του για την επιστήμη και την τεχνολογία, και το πρόσωπο που επιλέγει είναι ο Άλαν Τούρινγκ: ο μαθηματικός που συνέβαλε αποφασιστικά στην αποκρυπτογράφηση των ναζιστικών κωδίκων στο Μπλέτσλεϊ Παρκ, έθεσε το περίφημο ερώτημα αν μπορούν οι μηχανές να σκεφτούν και στη συνέχεια καταδικάστηκε για την ομοφυλοφιλία του και υποβλήθηκε σε ορμονική θεραπεία αντί φυλάκισης.
Το «ORACLE» χρησιμοποιεί ζωντανό σινεμά, θέατρο, μουσική και την πραγματική βιογραφία του Τούρινγκ για να μιλήσει για κάτι που δεν ανήκει πλέον στο μέλλον αλλά στην καθημερινότητά μας: ποιος ορίζει τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και στη μηχανή και ποιος τελικά ελέγχει τη γνώση που παράγεται ανάμεσά τους.
Λίγη ώρα αργότερα, ο Πρόδρομος Τσιαβός, Διευθυντής Καινοτομίας και Ψηφιακής Ανάπτυξης στο Ιδρυμα Ωνάση, θα διατυπώσει το ίδιο ερώτημα από την πλευρά του Onassis ONX. «Πώς λοιπόν μπορούμε να κάνουμε τον αλγόριθμο να ξεχάσει, για να μπορέσουμε κι εμείς να υπάρξουμε ως άνθρωποι;» είπε, πριν η Παναγιωτάκου πετάξει από δίπλα τη σωστή ελληνική λέξη: «Να ξεμάθει». Και εκείνος τη διόρθωσε ακόμη περισσότερο: «Να απομάθει».
Το Onassis ONX γεννήθηκε πριν από έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, έχει πλέον βάση και στην Αθήνα, στο Ρέντη, και δουλεύει με δημιουργούς που χρησιμοποιούν εικονική και επαυξημένη πραγματικότητα, ΑΙ, videogames και immersive τεχνολογίες. Ο Τσιαβός όμως επέμεινε ότι «είμαστε ανθρωποκεντρικοί» και έκλεισε σχεδόν προγραμματικά: θέλουν να δείξουν «πώς το ψηφιακό μπορεί να είναι χειροποίητο και πώς ο άνθρωπος μπορεί να είναι στο κέντρο, έστω κι αν είναι μια μεταανθρώπινη εποχή».
Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της φετινής Στέγης. Ο οργανισμός επενδύει στην τεχνολογία και ταυτόχρονα αναρτά σχεδόν σαν σύνθημα το «The Future is Analog» – Το μέλλον είναι αναλογικό. Δεν απορρίπτει την ΑΙ, τη βάζει όμως να λογοδοτήσει. Δεν ρωτά μόνο πόσα ακόμη μπορεί να μάθει η μηχανή, αλλά τι θα συμβεί όταν χρειαστεί να ξεχάσει και ποιος θα έχει το δικαίωμα να της πει τι πρέπει να απομάθει.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αποφασίζει να σταματήσει και μαζί να επιστρέψει
Μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση για ταχύτητα, τεχνολογία και μέλλον, εμφανίζεται ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. Η πρώτη μονογραφική του έκθεση ανοίγει στο Onassis Ready στις 4 Απριλίου 2027 και θα παραμείνει έως τις 13 Ιουνίου. Τέσσερις δεκαετίες δουλειάς, εγκαταστάσεις, γλυπτά, σχέδια, ζωγραφική, κόμικς, αρχειακό υλικό και νέες αναθέσεις συγκεντρώνονται στον τεράστιο χώρο του Ρέντη. Αυτά είναι τα στοιχεία της έκθεσης. Η είδηση όμως βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος περιέγραψε το πώς έφτασε σε αυτή.
«Αποφάσισα να σταματήσω, να περιοδεύω, να σταματήσω να κυνηγάω, να πηγαίνω μαζί με αυτό το αμάξι που είχε αρχίσει να τρέχει. Αποφάσισα να πατήσω φρένο». Ξαναμπήκε στο αρχείο του και άρχισε να βλέπει διαφορετικά τις εικόνες και τις σωματικές εφευρέσεις που επί χρόνια γεννιούνταν για τις παραστάσεις και χάνονταν μέσα στη ροή τους: πράγματα που θα μπορούσαν να υπάρξουν ως γλυπτά, εγκαταστάσεις, αυτόνομα έργα.
Και μαζί βγήκε ξανά στην επιφάνεια ο εικοσάχρονος Παπαϊωάννου. «Έκανα κόμικς τα οποία ήταν post-punk και τα πρώτα queer comics τα οποία γίνανε στη χώρα μας», είπε. Ο Παπαϊωάννου ξηλώνει προσωρινά τη μεγάλη μηχανή των περιοδειών που ο ίδιος έχτισε και επιστρέφει στον άνθρωπο που σχεδίαζε, ζωγράφιζε και έφτιαχνε queer κόμικς στην Αθήνα των ’80s, πριν ακόμη ξέρει πού θα τον οδηγήσουν όλα αυτά. Και υπόσχεται κάτι ακόμη για την έκθεση: στον χώρο του Ρέντη, λέει, «το σύμπαν μου θα έχετε την ευκαιρία να το επισκεφθείτε με τον δικό σας χρόνο», απαλλαγμένοι από την προκαθορισμένη ροή μιας θεατρικής συνθήκης. Ο δικός μου χρόνος. Ξανά ο χρόνος.
Δεκαέξι σώματα απέναντι στα avatars τους
Αν στον Παπαϊωάννου το σώμα επιστρέφει ως αρχείο, ως μνήμη και ως υλικό που μπορεί να εγκαταλείψει τη σκηνή για να γίνει γλυπτό ή εγκατάσταση, στους (LA)HORDE βρίσκεται αντιμέτωπο με μια εντελώς διαφορετική συνθήκη: την ψηφιακή εικόνα του.
Το Εθνικό Μπαλέτο της Μασσαλίας έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα μαζί με τη συλλογικότητα που το διευθύνει από το 2019, τους (LA)HORDE, για δύο παραστάσεις του «Age of Content» (23 και 24 Ιανουαρίου 2027). Και καλό είναι να ξεχάσει κανείς για λίγο ό,τι φαντάζεται ακούγοντας τις λέξεις «Εθνικό Μπαλέτο». Εδώ, δεκαέξι χορευτές βρίσκονται σε ένα σκηνικό περιβάλλον που έχει καταπιεί το «Grand Theft Auto», το TikTok και το Instagram, το jumpstyle, την club culture, τα φίλτρα, τις ταινίες δράσης, ακόμη και ένα πραγματικό αυτοκίνητο που μπαίνει στη σκηνή. Οι (LA)HORDE, άλλωστε, έχουν κινηθεί με την ίδια άνεση ανάμεσα στον σύγχρονο χορό και στην ποπ κουλτούρα, συνεργαζόμενοι με καλλιτέχνες όπως η Ροζαλία και η Μαντόνα.
Και είναι ενδιαφέρον ότι λίγες ημέρες αργότερα, στο Onassis Dance Days (3-7 Φεβρουαρίου), η ματιά επιστρέφει στο σώμα σχεδόν απουμνωμένο από όλα αυτά. Ο Χρήστος Παπαδόπουλος και ο Γιώργος Κοτσιφάκης συνεργάζονται για πρώτη φορά χορογραφικά στο «Landless», ένα σόλο για τον Κοτσιφάκη που η Ιλειάνα Δημάδη και ο Κωνσταντίνος Τζάθας του τμήματος Θέατρου και Χορού της Στέγης περιέγραψαν ως πολύ σκοτεινό, με τον χορό να λειτουργεί «σαν αρχιτεκτονική». Μαζί παρουσιάζονται το «Echo Chamber» της Χριστιάνας Κοσιάρη και το «The Rashomon Effect» του Κωνσταντίνου Παπανικολάου. Η μία εβδομάδα κοιτά το σώμα μέσα από την υπερπαραγωγή της ψηφιακής εικόνας, η άλλη επιστρέφει στην κατασκευή του ίδιου του σώματος και της αντίληψης. Δεν είναι κακή απόσταση για να μετρήσει κανείς πού βρίσκεται σήμερα ο χορός.
Ο Τζιμ Τζάρμους και το «κοσμοπολίτικο underground»
Και μετά υπάρχει ο Τζιμ Τζάρμους, για τον οποίο η Αφροδίτη Παναγιωτάκου απέφυγε επιμελώς να αποκαλύψει πολλά. «Μας είπε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμάς, μας παρακάλεσε να έρθει τελικά, οπότε του είπαμε “εντάξει, Τζιμ, έλα”», είπε γελώντας, ανακοινώνοντας την άφιξή του τον Μάρτιο για ένα πρότζεκτ που θα αποκαλυφθεί αργότερα.
Η ομάδα που έχει την ευθύνη για τη μουσική της Στέγης χαρακτήρισε τον κόσμο του Τζάρμους «κοσμοπολίτικο underground». Είναι πολύ ακριβής περιγραφή για έναν δημιουργό στον οποίο το σινεμά και η μουσική δεν υπήρξαν ποτέ δύο ξεχωριστές δραστηριότητες, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η Στέγη αντιλαμβάνεται το δικό της μουσικό πρόγραμμα: αραβική μουσική, avant-garde κινηματογράφος, post-punk, ηλεκτρονικός ήχος, jazz, DJs που αντιμετωπίζονται ως μουσικοί και όχι ως διακοσμητικό στοιχείο ενός πάρτι.
Η Γιασμίν Χαμντάν, που τραγουδούσε μέσα στο «Only Lovers Left Alive» του Τζάρμους, εμφανίζεται στο Borderline Festival (9 Οκτωβρίου), μαζί με ονόματα όπως ο Ρικάρντο Βιγιαλόμπος, οι Nightmares on Wax και η Σtella, ενώ ακολουθούν το STEGI.RADIO Takeover (19 και 20 Φεβρουαρίου) και το «Speaking with Spirits» (20 Μαρτίου), με τον Σαμπάκα Χάτσινγκς και τους Irreversible Entanglements με τη Moor Mother.«Η μουσική είναι το πολύ punk κομμάτι της Στέγης», είπε κάποια στιγμή η Παναγιωτάκου.
Το σινεμά δεν είναι πια παράλληλη δράση
Το ίδιο ισχύει πλέον και για τον κινηματογράφο, που έχει πάψει προ πολλού να εμφανίζεται στη Στέγη ως μια σειρά προβολών στο περιθώριο των παραστατικών τεχνών. «Το σινεμά, όπως έχετε καταλάβει, έχει μπει πολύ δυνατά», διευκρίνησε η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Ιδρύματος Ωάση, πριν εξηγήσει ότι η δουλειά του οργανισμού δεν είναι να περιμένει αιτήσεις, «να τις χαζεύουμε λιγάκι και μετά να λέμε πάρε εσύ τόσα χρήματα».
Η ομάδα του κινηματογράφου διαβάζει σενάρια, μπαίνει σε παραγωγές και συμπαραγωγές, παρακολουθεί την εξέλιξη των ταινιών και τη διαδρομή τους στα φεστιβάλ. Αυτό εξηγεί και την πυκνότητα του φετινού προγράμματος: από το «Do You Love Me» της Λάνα Ντάχερ (2 Οκτωβρίου) και τη «Θυσία» του Ρομέν Γαβρά (3 Οκτωβρίου), μέχρι τη «Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 στροφές για την Αθήνα» του Τάσου Λάγγη (1 Δεκεμβρίου), το «Σουέλ» του Αλέξανδρου Βούλγαρη (7 Δεκεμβρίου), τον «Τιτανικό Ωκεανό» της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη την άνοιξη και το τρισδιάστατο «FROM INSIDE OUT – The Architecture of Peter Zumthor» του Βιμ Βέντερς.
Μιλώντας για τη «Σπασμένη Φλέβα» που είναι η ελληνική υποψηφιότητα για τα βραβεία Όσκαρ, η Αφροδίτη Παναγιωτάκου χαρακτήρισε τον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη έναν από τους ελάχιστους καταξιωμένους δημιουργούς που σηκώνουν το τηλέφωνο όχι για να ζητήσουν κάτι για τον εαυτό τους, αλλά για να προτείνουν έναν νεότερο σκηνοθέτη, να στείλουν έναν σύνδεσμο, να πουν «δείτε αυτόν, μπορεί να σας ενδιαφέρει». Και κατέληξε: «Το ήθος έχει σημασία» μαζί με την καλλιτεχνική αξία.
Σε έναν χώρο όπου η συζήτηση περιστρέφεται εύκολα γύρω από χρηματοδοτήσεις, βραβεία και διεθνείς διαδρομές, η παρατήρηση έχει ενδιαφέρον επειδή βάζει στην εξίσωση κάτι που δεν μετριέται σε καμία ανάλυση: τι κάνεις με τη θέση που απέκτησες όταν πλέον την έχεις.
Τρεις ημέρες για την Παλαιστίνη
Στις 29 Οκτωβρίου το Athens Palestine Film Festival περνά για πρώτη φορά από το Onassis AiR στη Μικρή Σκηνή της Στέγης και μένει εκεί για τρεις ημέρες, με προβολές, συζητήσεις και περφόρμανς γύρω από την παλαιστινιακή εμπειρία και ταυτότητα. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, έργα της Λαρίσα Σανσούρ και του Σόρεν Λιντ, της Αμάλ Ραμσίς και το «Chronicle of a Disappearance» του Ελία Σουλεϊμάν στην τελετή λήξης.
Η Καλλιτεχνική Διευθύντρια αφηγήθηκε ότι, όταν συζητούσε το πρόγραμμα με μια Λιβανέζα φίλη της, εκείνη κουνούσε το κεφάλι και της έλεγε πως ένα φεστιβάλ με τον τίτλο Palestine Film Festival θα ήταν σήμερα πολύ δυσκολότερο να πραγματοποιηθεί σε άλλη πόλη, για παράδειγμα στο Παρίσι όπου ζει πλέον η ίδια. Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε μια προσωπική παρατήρηση σε γενικό κανόνα για την Ευρώπη. Έχει όμως σημασία ότι η ίδια επέλεξε να την αφηγηθεί, γιατί δείχνει πώς αντιλαμβάνεται τον χώρο που θέλει να κρατήσει ανοιχτό η Στέγη: όχι ως ουδέτερο δωμάτιο όπου η πολιτική μένει στην πόρτα, αλλά ως τόπο όπου μπορούν να ακουστούν αφηγήσεις που βρίσκονται στο κέντρο μιας από τις πιο βίαιες και διχαστικές συγκρούσεις της εποχής.
Μπέλα Φρόιντ, Τζίλιαν Άντερσον, Σλάβοϊ Ζίζεκ
Τρεις ανθρώπους κράτησε η Αφροδίτη Παναγιωτάκου για να συνομιλήσει η ίδια μαζί τους στις Onassis Discussions: Μπέλα Φρόιντ (15 Δεκεμβρίου), Τζίλιαν Άντερσον (16 Ιανουαρίου), Σλάβοϊ Ζίζεκ (11 Φεβρουαρίου).
Για τη Φρόιντ, κόρη του Λούσιαν Φρόιντ, εγγονή του Σίγκμουντ Φρόιντ και δημιουργό του podcast «Fashion Neurosis», η Παναγιωτάκου βρήκε μια εξαιρετικά απλή περιγραφή: «Ξαπλώνει τον κόσμο και τους ψυχαναλύει και, ξεκινώντας από το μπλουζάκι που φοράνε, καταλήγει να τους βγάζει όλα τα τραύματα και τα θαύματα που κουβαλάνε». Το ρούχο εδώ δεν είναι lifestyle πληροφορία αλλά δρόμος προς την επιθυμία, την αυτοεικόνα και όσα επιλέγουμε να κρύψουμε ή να δείξουμε.
Για την Τζίλιαν Άντερσον, η Αφροδίτη Παναγιωτάκου στάθηκε λιγότερο στην ηθοποιό των «X-Files», του «Sex Education» ή του «The Crown» και περισσότερο στη γυναίκα που τα τελευταία χρόνια άνοιξε δημόσια τη συζήτηση γύρω από τη γυναικεία επιθυμία. Τόνισε πως η Άντερσον αποδεικνύει πως, όταν υπάρχει προσωπικότητα, ο χρόνος μπορεί να γίνει πιο γενναιόδωρος αντί να λειτουργεί αποκλειστικά ως απώλεια.
Ο Ζίζεκ, πάλι, παρουσιάστηκε όπως περίπου θα περίμενε κανείς να παρουσιαστεί ο Ζίζεκ: «αιρετικός, ευθύς άνθρωπος, με πολλούς εχθρούς και πολλούς φανατικούς φίλους», ένας φιλόσοφος που κατάφερε να μεταφέρει τη φιλοσοφία, την πολιτική και την ιδεολογία έξω από το πανεπιστήμιο και μέχρι το Instagram και το TikTok. Η Παναγιωτάκου θυμήθηκε μάλιστα την προκλητική ατάκα που του αποδίδεται, ότι η ανθρωπότητα είναι μια χαρά, απλώς το 99% των ανθρώπων είναι ηλίθιοι, για να προσθέσει αμέσως: το πρόβλημα είναι ότι όποιος συμφωνεί θεωρεί πάντοτε πως ανήκει στο 1%.
Μόδα, αλλά όχι ως γκλαμουριά
Η Μπέλα Φρόιντ είναι ταυτόχρονα η γέφυρα προς ένα από τα καινούρια κεφάλαια της χρονιάς. Η μόδα μπαίνει συστηματικά στο Onassis Culture και ο άνθρωπος που ανέλαβε να ανοίξει αυτή τη διαδρομή είναι ο Σταύρος Καρέλης, με τη συνεργασία του Central Saint Martins και τη σύνδεσή της με το Onassis AiR.
Ο Καρέλης μίλησε για το λονδρέζικο πανεπιστήμιο ως έναν θεσμό που από τη δεκαετία του ’80 έχει βγάλει μερικούς από τους σημαντικότερους σχεδιαστές και καλλιτεχνικούς διευθυντές της διεθνούς μόδας. Οι πρώτοι residents θα έρθουν στην Αθήνα τη σεζόν 2026-27, ενώ ο Φάμπιο Πίρας (επικεφαλής από το 2014 του περίφημου MA Fashion του Central Saint Martins και διάδοχο της Λουίζ Γουίλσον) θα βρεθεί εδώ ως μέντορας.
«Αυτό τι σημαίνει για εμάς; Σημαίνει ότι είναι το ξεκίνημα. Το ξεκίνημα σε έναν τομέα», είπε ο Καρέλης, χαρακτηρίζοντας την κίνηση «γενναία» και «διορατική», ακριβώς επειδή «βάζει τη μόδα παράλληλα με όλες τις υπόλοιπες μορφές τέχνης». Και έκλεισε με μια φράση που έχει τη δική του αισιοδοξία: «Είναι η κίνηση των πραγμάτων και έρχονται πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα προς εμάς».
Η Παναγιωτάκου είχε προηγουμένως εξηγήσει τι εννοεί όταν μιλάει για τη μόδα: όχι «ως γκλαμουριά», όχι ως status, αλλά ως δημιουργία και ως έναν χώρο στον οποίο μπορεί να στραφεί κάποιος «όταν δεν μπορεί να δηλώσει εύκολα πώς νιώθει, ποιος είναι, σε τι πιστεύει». Ακόμη και ένας σιωπηλός άνθρωπος, είπε, μπορεί μέσα από τα ρούχα του να δείξει ποιος είναι.
Aυτό είναι πρωταθλητισμός
Υπάρχει ακόμη μία περιοχή του προγράμματος όπου μια φράση της Παναγιωτάκου είναι πιο χρήσιμη από τη λέξη που συνήθως χρησιμοποιούμε για να την περιγράψουμε: προσβασιμότητα. Ο «Οιδίποδας», το «2Β – Απαγωγή και Παρατήρηση» (Γιάννης Νιάρρος και η Ομάδα ΝΥΞ) και το «Έπος» σχεδιάζονται με υπέρτιτλους, ακουστική περιγραφή, διερμηνεία στη νοηματική και απτικές ξεναγήσεις, ενώ η Στέγη συνεχίζει τα εργαστήρια και τα residencies για καλλιτέχνες με αναπηρία και τη συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό Europe Beyond Access.
Κάπου προς το τέλος της παρουσίασης προβλήθηκε ένα βίντεο με τις διαδρομές των ελληνικών παραγωγών στο εξωτερικό. Θα μπορούσε εύκολα να είναι εκείνη η υποχρεωτική στιγμή αυτοεπιβεβαίωσης κάθε μεγάλου οργανισμού: χώρες, πόλεις, φεστιβάλ, χειροκροτήματα. Όταν μια ελληνική παράσταση καταφέρνει να κάνει διεθνές άλμα, αυτό δεν δοξάζει μόνο τον καλλιτέχνη που το δικαιούται, ούτε μόνο το όνομα Ωνάσης ή τη Στέγη. «Γίνεται εθνική υπόθεση», είπε η Παναγιωτάκου γιατί το άλμα μιας σύγχρονης ελληνικής παράστασης πρέπει να προβάλλεται τόσο δυναμικά όσο το άλμα ενός σημαντικού αθλητή. «Αυτό είναι πρωταθλητισμός. Και είναι πρωταθλητισμός σε πολύ δύσκολους αγώνες».
Οι αριθμοί δίνουν το πραγματικό της μέγεθος: από το 2011 περισσότερες από 110 παραγωγές και συμπαραγωγές θεάτρου, χορού και μουσικής έχουν δώσει πάνω από 1.100 παραστάσεις σε 72 χώρες και 220 πόλεις, ενώ μόνο την τελευταία χρονιά 26 παραγωγές ταξίδεψαν σε 25 χώρες και 47 πόλεις, συμμετέχοντας σε 59 φεστιβάλ και οργανισμούς.
«Στη Στέγη μετράμε τον χρόνο σε συναισθήματα», είχε πει η Παναγιωτάκου στην αρχή της παρουσίασης. «Πόσα πράγματα θα νιώσουμε ταυτοχρόνως, διαδοχικά, αντιθετικά, ακραία, κατευναστικά, παρηγορητικά». Ο χρόνος είχε ήδη εμφανιστεί ξανά και ξανά χωρίς να τον καλέσει κανείς: στον χρόνο που η Μαρία Κεχαγιόγλου ζητά για να ξαναμπεί στον «Οιδίποδα», στις τέσσερις ώρες που ο Τβαρκόβσκι απαιτεί από τον θεατή, στον Δημήτρη Παπαϊωάννου που αποφασίζει να «πατήσει φρένο» και να μας αφήσει να περιηγηθούμε στο σύμπαν του «με τον δικό μας χρόνο», ακόμη και στη χειροποίητη ύλη που επιστρέφει επίμονα μέσα σε ένα πρόγραμμα γεμάτο αλγορίθμους και τεχνητή νοημοσύνη.
«Πάμε λοιπόν να έχουμε μια ωραία χρονιά, γιατί η ζωή είναι ωραία και πρέπει να τη ζούμε. Ας πάμε λοιπόν γι’ αυτή τη μεγάλη δύναμη της τέχνης που, ακόμα και όταν δεν μας αρέσει, πάλι μας κάνει καλό».
Ίσως τελικά αυτό να είναι το νήμα που συνδέει τον Άλαν Τούρινγκ με τον Όμηρο, τον Τζιμ Τζάρμους με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, ένα avatar με ένα σώμα, τα queer κόμικς του νεαρού Παπαϊωάννου με τη μεγάλη έκθεση του ώριμου καλλιτέχνη, ένα δημόσιο σχολείο με μια θεατρική σκηνή. Κάθε ένα, με τον τρόπο του επιστρέφει στο ίδιο, παλιό ερώτημα: τι μπορεί ακόμη να μας κάνει να νιώσουμε, να σκεφτούμε, να θυμώσουμε, να αλλάξουμε θέση.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
