Για την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε ότι δεν εμπλέκεται η ελληνική πλευρά
Σημαντική αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, με το ανώτατο ποσό να φτάνει έως τα 1.040 ευρώ και, σε περιοχές με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες, έως τα 1.560 ευρώ, προανήγγειλε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σημειώνοντας ότι η ενίσχυση αυξάνεται φέτος κατά 30%.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, ο κ. Μαρινάκης ανέφερε ότι το κατώτατο ύψος του επιδόματος, που πέρυσι ξεκινούσε από τα 100 ευρώ, φέτος θα διαμορφωθεί στα 130 ευρώ, ενώ το ανώτατο ποσό από τα 800 ευρώ θα αυξηθεί στα 1.040 ευρώ. Αντίστοιχα, στις περιοχές με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες, όπου πέρυσι το επίδομα μπορούσε να φτάσει έως τα 1.200 ευρώ, φέτος θα ανέλθει έως τα 1.560 ευρώ.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε και στη διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων. Όπως είπε, για ένα μονομελές νοικοκυριό το εισοδηματικό όριο έχει αυξηθεί από τις 12.000 στις 16.000 ευρώ και για ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά από τις 20.000 στις 24.000 ευρώ.
Μεγαλύτερη είναι η διεύρυνση για τις οικογένειες με παιδιά. Για ζευγάρι με ένα παιδί το όριο έχει αυξηθεί από τις 22.000 στις 29.000 ευρώ, με δύο παιδιά από τις 24.000 στις 34.000 ευρώ και με τρία παιδιά από τις 26.000 στις 39.000 ευρώ.
Παράλληλα, ο κ. Μαρινάκης προανήγγειλε «διπλή παρέμβαση» της κυβέρνησης στην τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, με στόχο η διάθεσή του να ξεκινήσει σε επίπεδα χαμηλότερα από τα 1,70-1,75 ευρώ το λίτρο, όπου έκλεισε την προηγούμενη περίοδο. Όπως είπε, χωρίς την κυβερνητική παρέμβαση η τιμή εκτιμάται ότι θα ξεκινούσε πάνω από τα 1,90 ευρώ το λίτρο. Οι λεπτομέρειες των μέτρων αναμένεται να εξειδικευθούν από τους αρμόδιους υπουργούς.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε ακόμη ότι θα υπάρξουν ανακοινώσεις και για το ντίζελ, ενώ εκκρεμούν οι αποφάσεις για ενδεχόμενη παρέμβαση και στην αμόλυβδη.
Αναφερόμενος συνολικά στην ακρίβεια και στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να αξιοποιήσει τα πρόσθετα δημοσιονομικά περιθώρια για τη στήριξη των νοικοκυριών, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι αυξημένες τιμές εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά τους πολίτες.
Τέλος, ο κ. Μαρινάκης σημείωσε ότι από την άνοιξη έχουν διατεθεί περισσότερα από 1 δισ. ευρώ σε έκτακτα μέτρα στήριξης, πέραν των μόνιμων παρεμβάσεων, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει τις παρεμβάσεις απέναντι στην ακρίβεια.
Ο κ. Μαρινάκης υπερασπίστηκε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αναγνωρίζοντας ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά και ότι οι μισθοί δεν έχουν φτάσει ακόμη στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, απέκλεισε το ενδεχόμενο να επηρεαστούν τα ενεργειακά έργα από την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για στρατηγικές πρωτοβουλίες που δεν συνδέονται με συγκεκριμένα πρόσωπα. Αναφερόμενος στις δημοσκοπήσεις και στο ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών, επανέλαβε ότι στόχος της Νέας Δημοκρατίας παραμένει η αυτοδυναμία, μη βλέποντας προοπτική για μια πιθανή κυβερνητική συνεργασία.
Για την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, ο κ. Μαρινάκης τόνισε ότι πρόκειται για απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης, στην οποία δεν εμπλέκεται η ελληνική πλευρά. «Οι σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών», είπε, προσθέτοντας ότι η συνεργασία θα συνεχιστεί ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που επιλέγει κάθε κυβέρνηση για τη διπλωματική εκπροσώπησή της. Διευκρίνισε ότι η Αθήνα δεν έχει λόγο να ζητήσει εξηγήσεις, καθώς ούτε ο ορισμός ούτε η απομάκρυνση ενός πρεσβευτή αποτελούν δική της αρμοδιότητα.
Απαντώντας στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης και στα δημοσιεύματα που επιχειρούν να συνδέσουν την αποχώρηση με τις ελληνοαμερικανικές ενεργειακές συμφωνίες, υπογράμμισε ότι τα σχετικά έργα θα προχωρήσουν, καθώς έχουν στρατηγική σημασία για τη χώρα και δεν εξαρτώνται από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. «Δεν προκύπτει κάποια σύνδεση της κυβέρνησης με όλη αυτή τη συζήτηση», ανέφερε, κατηγορώντας την αντιπολίτευση ότι επιχειρεί να συνδέσει γεγονότα χωρίς τεκμηρίωση. Για το δημοσίευμα της Wall Street Journal, επανέλαβε ότι δεν υπήρξε απειλή προς την Ελλάδα και ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί κάτι τέτοιο. «Ούτε υπήρξε θέμα απειλής, άρα δεν απειληθήκαμε, ούτε θα μπορούσαμε ποτέ να δεχθούμε ή να διανοηθούμε να δεχθούμε κάτι τέτοιο. Αυτά έχουν απαντηθεί από την πρώτη στιγμή», τόνισε.
Αναφερόμενος στην πορεία της οικονομίας, σημείωσε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε το 2019 μια χώρα που βρισκόταν στην τελευταία θέση της ΕΕ ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης και είχε 600.000 λιγότερους εργαζομένους από σήμερα. «Μια κυβέρνηση αξιολογείται με βάση το τι παραλαμβάνει και πού έχει πάει», είπε, διευκρινίζοντας ότι η σύγκριση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο αποτίμησης του έργου της.
Για τους μισθούς, αναγνώρισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ότι οι πολίτες χρειάζονται υψηλότερες αποδοχές. Επικαλέστηκε, ωστόσο, τη διπλάσια αύξηση των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ, από περίπου 10% σε 18%, την ενίσχυση των εξαγωγών και τη μείωση φορολογικών συντελεστών και εισφορών, την οποία προσδιόρισε σε 83 παρεμβάσεις. Ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, ο καθαρός μέσος μισθός στην Ελλάδα βρίσκεται στη 17η θέση και ο κατώτατος μισθός, με βάση την αγοραστική δύναμη, στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ.
Για την ακρίβεια, απέδωσε τις συνεχιζόμενες πιέσεις στις διαδοχικές διεθνείς κρίσεις, από την πανδημία έως τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις πολεμικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών. Τόνισε ότι η κυβέρνηση έχει διαθέσει περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο ευρώ σε έκτακτα μέτρα από την άνοιξη, πέρα από τις μόνιμες παρεμβάσεις, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι αυτά δεν έχουν επιλύσει όλα τα προβλήματα. «Τα λεφτά, δυστυχώς, δεν είναι απεριόριστα και είναι χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση οφείλει να συνεχίσει να στηρίζει τα νοικοκυριά. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η σημερινή πολιτική επιδιώκει να επιστρέφει σταδιακά στους πολίτες όσα στερήθηκαν, χωρίς να μεταφέρει το κόστος στις επόμενες γενιές. «Προφανώς και υπάρχει ακρίβεια, η πιο επίμονη πληθωριστική κρίση, αλλά μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν. Κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε και αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να συνεχίσουμε να στηρίζουμε τους πολίτες» υποστήριξε.
Σχολιάζοντας τη δημοσκόπηση της Opinion Poll, ο κ. Μαρινάκης είπε ότι οι μετρήσεις αποτελούν χρήσιμο εργαλείο, ανεξάρτητα από το αν ευνοούν την κυβέρνηση, και ανέφερε ότι τα ποσοστά και η κατανομή των εδρών καθιστούν την αυτοδυναμία τον εκλογικό στόχο της ΝΔ. Με αφετηρία το ποσοστό του 30,3% που αποδίδεται στο κυβερνών κόμμα στη συγκεκριμένη μέτρηση, σημείωσε ότι η ΝΔ επιδιώκει να παρουσιάσει ένα πειστικό και κοστολογημένο πρόγραμμα, χωρίς να προεξοφλεί το αποτέλεσμα των εκλογών. «Μόνος μας κριτής είναι ο ελληνικός λαός», τόνισε, απορρίπτοντας τις ερμηνείες ότι η κυβέρνηση θεωρεί δεδομένη την επανεκλογή της.
Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο μη επίτευξης αυτοδυναμίας, ανέφερε ότι «στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» και ότι, σε κάθε περίπτωση, η χώρα θα πρέπει να έχει κυβέρνηση. Ωστόσο, υποστήριξε ότι το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη έχει καταστήσει την αυτοδυναμία ακόμη πιο επιτακτικό στόχο για τη ΝΔ, επικαλούμενος τη συνεργασία του με πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και τη στάση του σε ζητήματα όπως η τραγωδία των Τεμπών. Αντιπαρέβαλε τη σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ με προηγούμενες περιόδους του κόμματος, τις οποίες παρουσίασε ως παραδείγματα διαφορετικής πολιτικής συμπεριφοράς.
Τέλος, αναφερόμενος στη δήλωση του πρωθυπουργού ότι θα αποχωρούσε εάν η ΝΔ λάμβανε ποσοστό κάτω από 25%, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε με ειλικρίνεια και ότι η τοποθέτησή του δεν συνιστά καθορισμό εκλογικού στόχου, αλλά αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη λαϊκή ετυμηγορία. Για τον χρόνο διεξαγωγής των επόμενων εκλογών, περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν έχει προσδιοριστεί, παραπέμποντας στο 2027 χωρίς να δώσει συγκεκριμένη ημερομηνία.
