Είδαμε την Τίλντα Σουίντον να φτιάχνει μια οικογενειακή séance με πραγματικά ρούχα και αναμνήσεις της στο Onassis Ready
Την ονομάζει «Αυτοβιογραφική Γκαρνταρόμπα» και περφόρμανς και την πραγματικοποιεί μαζί με τον στενό συνεργάτη της, ιστορικό και επιμελητή μόδας Ολιβιέ Σαγιάρ -που ώρες ώρες θα ήθελε να κάνει και αυτός εμφανίσεις στο κόκκινο χαλί.
Αυτή είναι η εμπειρία της -όχι ακριβώς- περφόρμανς της Τίλντα Σουίντον στου Ρέντη.
«Είναι σαν φαντάσματα. Φαντάσματα ανθρώπων που πέθαναν, φαντάσματα στιγμών, φαντάσματα του ίδιου σου του εαυτού». Προς το τέλος της αλλόκοτης περφόρμανς -μάλλον δημόσιας εξομολόγησης- «A Biographical Wardrobe», όταν τα ρούχα που ανήκουν σε προπαππούδες, γιαγιάδες αλλά και την ίδια την Τίλντα Σουίντον έχουν πια εκτεθεί στο κοινό σαν άδειες παρουσίες, ο σημαντικός ιστορικός και επιμελητής μόδας Ολιβιέ Σαγιάρ κοιτά γύρω του τις λεπτές συρμάτινες κρεμάστρες και προσπαθεί να περιγράψει αυτό που συμβαίνει μέσα στην αίθουσα τα τελευταία περίπου 90 λεπτά.
Τα ενδύματα -κάποια μετράνε αιώνες σε ηλικία- αιωρούνται μέσα στο ημίφως, κατοικημένα όχι από σώματα αλλά από πραγματικές ιστορίες, ενώ πίσω οι οθόνες παίζουν σε λούπα παλιά ιδιωτικά φιλμάκια ή ασκήσεις κινηματογράφησης με ηρωίδα την νεαρή, καστανή Τίλντα να μαζεύει βότσαλα ή να κυλιέται σε μια πεδιάδα με μωβ λουλούδια. Μπροστά, χάσκει το μωβ βελούδινο φόρεμα της μητέρας της με τα μανίκια που ανοίγουν σαν άνθη. Ένα στρατιωτικό σακάκι, ένα κυνηγιού και μια μόνιμη διαφωνία της Τίλντα και του Ολιβιέ για το ποιο είναι πραγματικά το ροζ χρώμα και ποιο το κόκκινο.
Μια αντρική ζακέτα με δεκάδες κομπάκια σε ξεθωριασμένο ροζ -η αγαπημένη του πατέρα της. Ένα φούτερ με φθαρμένες μανσέτες. Ένα κιλτ που κρατά ακόμη επάνω του τρίχες από σκυλιά που έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια. Και ξαφνικά τα ρούχα παύουν να μοιάζουν με αντικείμενα της περφόρμανς που φέρει τον τίτλο «Μy biographical wardrobe» στο πλαίσιο της έκθεσης «Οngoing», στα -φυσικά σκοτεινά- έγκατα του Onassis Ready.
Μοιάζουν σαν ανθρώπους που στην πλειοψηφία τους έχουν φύγει από τη ζωή, αλλά επιστρέφουν για λίγο, προκειμένου να μας τους συστήσει η Τίλντα Σουίντον και μαζί να ενώσει ξανά μέρη και πρόσωπα τα ζωής της. Τα ρούχα είναι οι ψηφίδες που πρέπει να ενώσει για να ολοκληρώσει για λίγο αυτά τα παζλ.
Έχoυν περάσει σχεδόν 18 μήνες από τότε που η Στέγη έφερε την Σουίντον και τον Σαλαγιέ να παρουσιάσουν -στο υπόγειο της Συγγρού τότε- την περφόρμανς «Εmbodying Pasolini». Τότε μέναμε εκστατικοί μπροστά στο βάρος των κοστουμιών από τις ταινίες του μέγιστου σκηνοθέτη, και το διάφανο δέρμα της Τίλντα. Τώρα σαν πιο εξοικειωμένοι, έχοντας διασχίσει την έκθεσή «Οngoing» που θα συνεχιστεί ως τις 28 Ιουνίου, ήταν σαν να πηγαίναμε για τσάι στο σπίτι της ηθοποιού στην Σκωτία.
Η αρκετά αποκρουστική Τίλντα
Η Τίλντα και ο Ολιβιέ μπαίνουν κρατώντας ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα μέσα στο οποίο βρίσκονται τα πρώτα ρούχα του αρχείου της που θα γίνουν οι πρωταγωνιστές της βραδιάς. Η Σουίντον σκύβει ελαφρά μπροστά, σαν να υποδέχεται κάποιον επισκέπτη. Βγάζει από μέσα ένα μεταξωτό φόρεμα της μητέρας της και το κρατά για λίγα δευτερόλεπτα επάνω στα γόνατά της προτού αρχίσει να μιλά. Αγγίζει το ύφασμα με την άκρη των δαχτύλων της, ψάχνοντας μέσα του την εποχή, τη γυναίκα, τη μυρωδιά, σαν να αγγίζει ξανά το δέρμα της μητέρας.
«Η ίδια μοδίστρα έφτιαχνε πάντα τα ρούχα της μητέρας μου στο Πίμλικο του Λονδίνου. Πήγαινε σε έναν έμπορο μεταξιού, διάλεγε το ύφασμα και μετά το πήγαινε στη μοδίστρα». Σηκώνει ένα νεανικό φόρεμα, δικό της. Μεταξένιο και αυτό. «Εκείνη την ημέρα είδα αυτή την πεταλούδα στο ύφασμα και το διάλεξα».
Καθώς μιλά, οι βοηθοί παίρνουν απαλά το φόρεμα από τα χέρια της και το κρεμούν. Η Σουίντον παρακολουθεί για λίγο την κίνηση του υφάσματος σαν να βλέπει κάποιο σώμα να απομακρύνεται. Ύστερα χαμογελά με εκείνη τη λεπτή, σχεδόν αγορίστικη ειρωνεία που διατρέχει όλη τη βραδιά και θυμάται το πρώτο φόρεμα που αγάπησε όταν ήταν παιδί.
«Ήμουν περίπου πέντε χρονών. Ένιωθα υπέροχη μέσα του. Κατέβηκα τις σκάλες και οι αδελφοί μου ήταν κάτω. Με κοίταξαν και ο μεγαλύτερος είπε: “Δείχνεις αρκετά αποκρουστική”». Το κοινό γελά αμέσως. Η Σουίντον σηκώνει τους ώμους σαν να κουβαλά ακόμη εκείνη τη μικρή απογοήτευση με χιούμορ, έχοντας πάρει πια την εκδικησή της.
Η παιδική της ηλικία περνά μέσα από τέτοιες μικρές αιχμές με αμηχανία απέναντι στη θηλυκότητα, με την αίσθηση ότι ποτέ δεν υπήρξε αρκετά «χαριτωμένη» για τον ρόλο που της είχε επιφυλαχθεί -άλλωστε μικρή την έντυναν κυρίως με τα ρούχα των μεγαλύτερων αδελφών της.
Η “Ελίζαμπεθ Τέιλορ” εποχή της μητέρας της
«Πάντα ήθελα να γίνω παράνυμφος και ποτέ δεν με διάλεγαν. Δεν ήμουν χαριτωμένη. Οι αδελφοί μου ήταν οι χαριτωμένοι», λέει και σηκώνει ένα φόρεμα που της έραψαν για τον πρώτο γάμο που πήγε. «Ήμουν εννιά χρονιών. Για δείτε, ήμουν αρκετή ψηλή ε;».
Καθώς το λέει, φέρνουν το επόμενο φόρεμα. Εκείνη το αναγνωρίζει αμέσως πριν ακόμη ανοίξει εντελώς το ύφασμα. «Αυτό είναι το “Elizabeth Taylor boom era” της μητέρας μου». Ο Σαγιάρ την προκαλεί: οκ, βλέπουμε το φόρεμα, όμως δείξε μας μια χειρονομία, μια κίνηση που ενσαρκώνει αυτό που ήταν η μητέρα σου.
Η Σουίντον σπρώχνει τα μαλλιά της πίσω από το πρόσωπο και ξαφνικά η μητέρα της εμφανίζεται μέσα από τη στάση του σώματός της. Κάνει ένα μικρό βήμα, καμπουριάζει και αναπαράγει αυτό που στην οικογένεια αποκαλούσαν “turtling”.
«Έμπαινε στο σαλόνι ενώ όλοι βλέπαμε τηλεόραση και έλεγε: “Ω! Μπορεί κάποιος να βάλει ένα ξύλο στη φωτιά; Α, μην ανησυχείτε, θα το κάνω εγώ”» και πήγαινε τρέχοντας, πάντα καμπουριαστή προς την υποτιθέμενη φωτιά.
Το δωμάτιο γελά χαμηλόφωνα. Η Σουίντον ξαναβρίσκει το σώμα της αργά, σαν να επιστρέφει από μια σύντομη επίσκεψη στο παρελθόν. Σιγά-σιγά αρχίζουν να εμφανίζονται τα οικογενειακά αρχεία. Κουτιά, ετικέτες, καταγραφές, σημειώσεις γραμμένες με τη σχολαστικότητα ανθρώπων που πίστευαν ότι τίποτα δεν πρέπει να χάνεται. Η Σουίντον κρατά ένα βαπτιστικό ένδυμα που έχει φορεθεί από πολλές γενιές της οικογένειας Σουίντον, τουλάχιστον 14 παιδιά. Το σηκώνει προς το φως για να φανεί η κεντημένη δαντέλα και διαβάζει τις σημειώσεις του πατέρα της σαν να ξεφυλλίζει οικογενειακό Ευαγγέλιο.
Ο πολύ γενναίος, λίγο απόμακρος πατέρας
«Ο πατέρας μου, ο Τζον, ήταν αρχειονόμος. Μεθοδικός. Πολύ μεθοδικός». Σηκώνει ψηλά το φόρεμα, κάτω από τους προβολείς και ψάχνει επάνω του τα κεντημένα ονόματα των συγγενών της. Για λίγα δευτερόλεπτα μοιάζει με παιδί που εξερευνά οικογενειακό θησαυρό σε σοφίτα. Μόνο που φοράει λευκά γάντια, είναι μία σταρ μεγατόνων με δική της μυθολογία και έχει απέναντί τους ένα κοινό 200 ατόμων.
Έπειτα η ατμόσφαιρα αλλάζει. Οι στρατιωτικές στολές αρχίζουν να εμφανίζονται η μία μετά την άλλη. Βαριά παλτά, χρυσά σιρίτια, τελετουργικά σακάκια, καπέλα, η στολή του προπάππου που ήταν επιφορτισμένος με την ανακοίνωση του θανάτου των βασιλιάδων.
Η Σουίντον αγγίζει τα υφάσματα με εμφανή τρυφερότητα, αλλά τολμώ να πω και με περηφάνεια για την οικογένειά της. Για την αριστοκρατική καταγωγή της. Το σώμα της αλλάζει όταν μιλά για τον πατέρα της· γίνεται πιο όρθιο, πιο αυστηρό. «Ο πραγματικός glamorous άνθρωπος για μένα ήταν πάντα ο πατέρας μου».
Ο Σαγιάρ τη ρωτά πώς στεκόταν. Η Σουίντον ισιώνει αμέσως την πλάτη. «Πολύ όρθιος, οι ώμοι πίσω. Πολύ γενναίος. Λίγο απόμακρος. Ντροπαλός κάπως. Έδειχνε διακεκριμένος αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να βρίσκεται κάπου μέσα σε ένα δάσος».
Όταν εμφανίζεται το γράμμα του 1945, η αίθουσα σωπαίνει. Η Σουίντον το κρατά με τα δύο χέρια και αρχίζει να διαβάζει αργά. Ο πατέρας της είναι δεκαεννιά χρονών και γράφει από στρατιωτικό νοσοκομείο της Γερμανίας μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού του. Παρηγορεί την μητέρα του. «Προτιμώ ένα καλό τεχνητό πόδι από ένα πόδι που θα ήταν πάντα κατεστραμμένο, δεν συμφωνείς;»
Η φωνή της παραμένει ήρεμη. Παραπέρα, κάτω από τα κρεμασμένα ρούχα, χάσκει το προσθετικό μέλος του πατέρα της. Μια καρό παντόφλα φορεμένη επάνω στο τεχνητό πόδι. Είναι σπαρακτικό: σχεδόν στην ίδια ηλικία είχε χάσει το πόδι του, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ο πατέρας του πατέρα της, ο Άλαν.
Η βραδιά συνεχίζει να μετακινείται ανάμεσα στην οικογενειακή κληρονομιά και στην ανάγκη της Σουίντον να απομακρυνθεί από αυτήν. Εμφανίζεται ένα kikoi από τα χρόνια που εργάστηκε εθελοντικά στην Αφρική, μετά το σχολείο και πριν το πανεπιστήμιο. Το σηκώνει σαν σημαία. «Ήμουν πραγματικά ευτυχισμένη τότε. Τρία πουκάμισα, τρία kikoi. Ένα καθαρό, ένα βρώμικο, ένα για πλύσιμο». Το φοράει ακόμα και νιώθει ασφαλής.
Αργότερα θυμάται τα cocktail parties των γονιών της και τον «ήχο της συναίνεσης» μέσα στα δωμάτια της βρετανικής τάξης. Μιμείται τις φωνές των ενηλίκων με μια σχεδόν μουσική επανάληψη. Σαν τη φωνή της φάλαινας. «“Πήγαμε πέρυσι εκεί”. “Δεν ήταν υπέροχη η Μάγκι Σμιθ;”. “Δεν είναι απαίσιος;” Και ποτέ κανείς δεν έλεγε: “Εσύ τι πιστεύεις;”»
To πένθος με τη μορφή ενός φούτερ με ξεφτισμένη μασχάλη
Η νεότερη Τίλντα Σουίντον αρχίζει να σχηματίζεται μέσα από αυτές τις μικρές αντιστάσεις. Το punk πουλόβερ. Οι Sex Pistols. Η ανάγκη να ξεφύγει από τον ήχο της συναίνεσης. Και ύστερα, μέσα στην αίθουσα του Onassis Ready εμφανίζεται ο στενός φίλος της, σκηνοθέτης Ντέρεκ Τζάρμαν, που έφυγε σε ηλικία 52 ετών. Η Σουίντον κρατά το φούτερ τους σαν να κρατά ένα νεογέννητο μωρό. «Το φορούσαμε εναλλάξ. Ο ένας το φορούσε, το έπλενε και το άφηνε στην ντουλάπα. Μετά το φορούσε ο άλλος».
Χαϊδεύει το ύφασμα. «Όταν πέθανε, έτυχε να είναι η σειρά μου. Υπάρχει ακόμη ένα μικρό σκίσιμο κάτω από τη μασχάλη. Δεν μπορώ να το επιδιορθώσω». Μιλώντας για την εποχή του AIDS, η φωνή της χαμηλώνει ελάχιστα. Ο Ντέιβιντ αντιστάθηκε και δεν κρύφτηκε, ήταν γενναίος και περήφανος και δυνατός. «Οι φίλοι μας δεν πεθαίνουν», ψιθυρίζει, καθισμένη για λίγο στο πάτωμα.
Προς το τέλος, τα ρούχα έχουν πια γεμίσει ολόκληρη την αίθουσα. Βελούδα, μετάξια, στολές, κιλτ, πουλόβερ, ρούχα υψηλής μόδας αιωρούνται πάνω από το κοινό σαν άδειες μορφές. Η Σουίντον μιλά για τη σχέση της με το βελούδο σαν να μιλά για ψυχική κατάσταση.
«Το βελούδο είναι δύναμη για μένα». Το λέει κρατώντας το πρώτο φορέμα που έβαλε στις πρεμιέρες των δύο πρώτων μεγάλων ταινιών της. Τότε που οι δημοσιογράφοι μόδας την κατακρεουργούσαν για το στυλ της. Πριν γίνει η μούσα, η πρέσβειρα της Chanel. Πριν ζητήσει από τον οίκο να της φτιάξει ένα μακρύ φόρεμα σαν στρατιωτική στολή, προκειμένου να το φοράει όταν έκανε τα αιχμηρά πολιτικά της σχόλια στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου.
Και τότε έρχεται η τελευταία ερώτηση. Αν φοβάται τον θάνατο. Η Σουίντον χαμογελά ανεπαίσθητα. «Το να ζεις τη ζωή είναι αυτό που έχει σημασία. Ο θάνατος δεν είναι τελικά τόσο ενδιαφέρων».
Μέσα σε εκείνη την αίθουσα με τα βελούδινα φαντάσματα, τα άδεια μανίκια, το φούτερ του Τζάρμαν και το τεχνητό πόδι ενός δεκαεννιάχρονου στρατιώτη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η φράση της μένει να αιωρείται, όπως τα ρούχα στις λεπτές μεταλλικές κρεμάστρες. Βουτάει το κεφάλι της μέσα στο μεγάλο μανίκι του μωβ βελούδινου φορέματος της μητέρας της, μετά στο παλτό του παππού Άλαν που της άρεσε να φωλιάζει μέσα του και το αποκαλούσε σπίτι της. Βυθίζει το πρόσωπο στο άνοιγμα τοποθέτησης του τεχνητού ποδιού του πατέρα της.
Είναι αυτά τα τελευταία πέντε λεπτά που η περφόρμανς φεύγει από την μορφή της συζήτησης, εξομολόγησης, συνέντευξης και γίνεται ατόφια εμπειρία τέχνης.
Μέχρι τότε η αλήθεια είναι ότι ένιωθα σαν να βλέπω μια φίλη να με ξεναγεί στην ντουλάπα της, λίγο με την δίψα του κουτσομπολιού γιατί αυτή η φίλη ήταν μία από τις πιο μυθικές σταρ της εποχής. Όμως τώρα, βιώνουμε μαζί της τα πέντε λεπτά της πραγματικής συγκίνησης, του πραγματικού διαλόγου της σταρ με τους ανθρώπους της ζωής της.
Νομίζω ότι μυρίζω το “Joy”, το άρωμα του Jean Patou που φορούσε συνέχεια η μητέρα της και που τόσο συχνά ανέφερε κατά την περφόρμανς. Θα ήταν υπέροχη ιδέα να το είχαν ψεκάσει στην αίθουσα.
Ακουμπάει δύο μωρουδιακά μπλουζάκια σε μια καρέκλα. Ανήκουν στους δίδυμους γιους της. Και αποχωρεί. Αυτή ήταν η αυτοβιογραφική γκαρνταρόμπα της Τίλντα Σουίντον. Μια εμπειρία που φέρει την επιγραφή «ήμουν κι εγώ εκεί». Αλλά δεν είμαι σίγουρη αν φέρει την επιγραφή της περφόρμανς.
TILDA SWINTON–ONGOING
Onassis Ready (Στρατή Τσίρκα 2, Άγ.Ιωάννης Ρέντης)
PERFORMANCE A Biographical Wardrobe | Tilda Swinton & Olivier Saillard
Έως 19 Μαΐου 2026 . Η έκθεση συνεχίζεται ως τις 29 Ιουνίου, Σάββατο και Κυριακή.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
