Από ένα ψαροχώρι της Αυστραλίας στην Ανάφη: Σώματα, εικόνες και ύλη σε μια έκθεση για την ομορφιά στην Αθήνα
Ο Andrew Hazewinkel μας ξεναγεί στην έκθεση «Beauty Is Between Us».
Έργα από ζωικά δέρματα, αρχειακές εικόνες και γλυπτά που ενσωματώνουν το ίδιο το τοπίο. H πρακτική του επανατοποθετεί την αρχαιότητα στο παρόν και μετατρέπει την ομορφιά σε μια διαρκή διαδικασία μετασχηματισμού.
Μπαίνεις στον δημιουργικό χώρο του Νίκου Υφαντή, στην Πραξιτέλους, αφού περάσεις την είσοδο του κτιρίου με το ασφυκτικό γεμάτο καφέ -hipster περιβάλλον- και ανεβαίνεις στον τελευταίο όροφο, κάτω από τη διάφανη οροφή που δεν κρύβει την ηλικία της. Εκεί, στην άκρη σχεδόν του διαδρόμου, άνοιξε μια τρύπα στον χρόνο και τον χώρο, με την έκθεση «Βeauty is Between Us» του Andrew Hazewinkel.
Με έναν φυσικό τρόπο μετά τις συστάσεις, δεν περιμένει την πρώτη ερώτηση. Ξεκινά να μιλά περπατώντας μέσα στα δωμάτια της έκθεσης και φυσικά στο μπαλκόνι που βλέπει τα σπλάχνα της πόλης και φέρει ταυτόχρονα ίχνη της Ανάφης. Ο Andrew ζει στην Αθήνα τα τελευταία πέντε χρόνια, έφτασε λίγο πριν από την πανδημία, δουλεύει ανάμεσα στη φωτογραφία και τη γλυπτική, με έργα που ξεκινούν συχνά από την αρχαιότητα και καταλήγουν σε κάτι που ανήκει πλήρως στο παρόν, με τα στοιχεία της παρακαταθήκης για το μέλλον.
Η έκθεση «Beauty Is Between Us» τοποθετεί τον θεατή μέσα σε αυτή τη μετατόπιση: ανάμεσα σε εικόνα και αντικείμενο, σώμα και τοπίο, αρχαίο και σύγχρονο. Δεν υπάρχει μια γραμμική αφήγηση. Υπάρχει μια ακολουθία από υλικά και μορφές που λειτουργούν σε σχέση μεταξύ τους.
Είμαστε στο μπαλκόνι, κρατάει στα χέρι του ένα μικρό γλυπτό της έκθεσης και…«Πρόσφατα θυμήθηκα κάτι που είχα εντελώς ξεχάσει», λέει. «Η πρώτη χύτευση που έκανα πρέπει να ήταν όταν ήμουν έξι χρονών. Μεγάλωσα σε ένα ψαροχώρι στη νοτιοανατολική ακτή της Αυστραλίας. Ο πατέρας μου είχε φέρει άμμο από την παραλία, τη βάλαμε σε ένα ξύλινο κουτί, πιέσαμε κουτάλια μέσα στην άμμο και λιώσαμε μολύβι πάνω σε μια μικρή εστία. Δεν φτιάχναμε γλυπτά. Φτιάχναμε βαρίδια για ψάρεμα. Ήμουν και είμαι πολύ κακός ψαράς. Έφτιαχνα όμως τα καλύτερα βαρίδια».
Σταματά, γελάει, συνεχίζει. «Όταν το θυμήθηκα, κατάλαβα ότι υπάρχει κάτι εκεί που συνεχίζει. Δεν θέλω να σταματήσω να κάνω αυτά τα έργα». Η μνήμη αυτή περνά απευθείας στα μικρά μολύβδινα γλυπτά της έκθεσης, όπως το «Livoskopos I» (2025), έργα που παίρνουν το όνομά τους από τον τόπο δημιουργίας τους. Τα πιάνει, τα ακουμπάει μέσα στην παλάμη μου.
«Παίρνω τη διαδικασία της χύτευσης έξω από το χυτήριο και τη μεταφέρω στο τοπίο. Πιέζω κεραμικές φόρμες μέσα στην υγρή άμμο στην παλίρροια. Με ένα γκαζάκι λιώνω μολύβι επί τόπου και το ρίχνω στο καλούπι. Όταν κρυώσει, το βγάζω και το πλένω στη θάλασσα. Αυτό που προκύπτει κουβαλά μέσα του το ίδιο το μέρος. Άμμο, πέτρα, θαλάσσια υλικά. Συνδέεται υλικά με τον τόπο από τον οποίο προέρχεται».
Στέκεται λίγο πιο συγκεκριμένα στη γεωγραφία αυτών των έργων. «Τα πρώτα τα έκανα στη νότια Κρήτη. Από τότε συνεχίζω σε διαφορετικά σημεία, αλλά η Ανάφη είναι ο τόπος στον οποίο επιστρέφω κάθε χρόνο. Πηγαίνω κάθε Σεπτέμβριο τα τελευταία δέκα χρόνια. Στον Λιβοσκόπο, στη βόρεια ακτή, και στη νότια πλευρά του νησιού. Εκεί αλλάζει το υλικό. Στη βόρεια πλευρά βρίσκεις διαφορετικά γεωλογικά στοιχεία, ενώ στη νότια εμφανίζονται ηφαιστειακά υπολείμματα, όπως οψιδιανός. Αυτά περνούν μέσα στο έργο. Δεν είναι απλώς ένα καλούπι. Είναι το ίδιο το τοπίο που αποτυπώνεται».
Σηκώνει ένα από τα μικρά σώματα, επιμένει στο βάρος. «Είναι συμπαγές μολύβι. Κάθε ένα είναι μοναδικό. Το καλούπι είναι η άμμος. Καταρρέει. Δεν μπορείς να επαναλάβεις τίποτα».
Και μετά, σχεδόν χαμηλώνοντας τον τόνο, προσθέτει: «Η Ανάφη είναι ένα πολύ ιδιαίτερο μέρος για μένα. Έχω μάθει εκεί, τέσσερις διαφορετικές φορές, ότι άνθρωποι πολύ κοντινοί μου πέθαναν. Υπάρχει κάτι που με κρατά να επιστρέφω. Δεν είναι μόνο το τοπίο. Είναι και ό,τι έχει συμβεί εκεί».
Η διαδικασία αυτή επανέρχεται και σε έργα όπως το «Eclipse» ή το «Nesting Temporalities (or a fragment of our period for a future past)», όπου το γλυπτό προκύπτει από θραύσματα, υπολείμματα, υλικά που μεταφέρουν τον χρόνο ως ύλη.
Για να φτάσουμε όμως σε αυτά τα έργα, περάσαμε πρώτα από μια μορφή πύλης που σχηματίζουν μεγάλα έργα από δέρμα, όπως το «Suspicious Marble (Omphale)» (2017). Κρέμονται ελεύθερα στον χώρο, χωρίς να έχουν εξομαλυνθεί. «Δεν τα έχω κόψει. Τα έχω ράψει μόνο στο επάνω μέρος. Κρέμονται, κινούνται με τον αέρα».
Πάνω τους, τυπωμένη η ίδια μορφή. «Είναι η ίδια γυναίκα, πάντα η ίδια. Η Ομφάλη. Μια βασίλισσα της Ανατολής που είχε τον Ηρακλή σκλάβο για κάποια χρόνια. Υπάρχει μια αντιστροφή ρόλων. Εκείνος μένει στο σπίτι, φορά γυναικεία ρούχα, υφαίνει. Είναι ο υφαντής. Εκείνη φορά τα σύμβολα του ήρωα και βγαίνει στο κυνήγι».
Σταματά μπροστά στο έργο. «Υπάρχει μια ρευστότητα φύλου μέσα στην αρχαιότητα. Υπάρχει και μια ένταση ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση».
Η εικόνα προέρχεται από ένα φωτογραφικό αρχείο. «Βρήκα αυτές τις φωτογραφίες σε ένα κουτί που έγραφε “Suspicious Fakes and Forgeries”. Ήταν ένα γλυπτό του 19ου αιώνα που επιχειρήθηκε να πουληθεί ως αρχαίο. Αυτή η αμφισημία με ενδιαφέρει. Τι θεωρούμε αυθεντικό, τι θεωρούμε κατασκευή».
Η μετάβαση από την εικόνα στο αντικείμενο είναι κεντρική. «Παίρνω μια φωτογραφία και την κάνω κάτι που υπάρχει στον χώρο. Μπορείς να κινηθείς γύρω της. Δεν είναι μόνο μια εικόνα. Υπάρχει μια ασάφεια ανάμεσα στο τι είναι εικόνα και τι είναι αντικείμενο».
Η ίδια λογική συνεχίζεται στα φωτογραφικά έργα, όπως το «After Praxiteles and Mapplethorpe I» (2024) ή το «The Lovers (a secret)» (2020/2025) – στην καρέκλα μπροστά στο δεύτερο έργο ακουμπισμένη μια καρτ-ποστάλ με τους Εραστές του Μαγκρίτ.
«Συλλέγω αρνητικά από αγορές. Από την Ελλάδα, την Ιταλία. Δεν ξέρω ποιος τα έχει τραβήξει. Είναι μουσειακές εικόνες. Με ενδιαφέρει να τις δω αλλιώς. Να μην λειτουργούν μόνο ως τεκμήρια του παρελθόντος».
Η εκτύπωση παίζει καθοριστικό ρόλο. «Δουλεύουμε σε σκοτεινό θάλαμο με μεγάλες προβολές. Μπορώ να μπω πολύ κοντά στην εικόνα, να τη φέρω σε μια άλλη κλίμακα. Να την κάνω πιο ζωντανή».
Στέκεται σε μια επιφάνεια. «Πολλοί σκέφτονται το μάρμαρο ως κάτι κρύο. Εγώ το σκέφτομαι ως κάτι ζεστό. Αν το αγγίξεις στον ήλιο, είναι σαν δέρμα».
Η κουβέντα επιστρέφει στον τίτλο της έκθεσης. «Για μένα η ομορφιά δεν είναι κάτι στατικό. Δεν υπάρχει ως ιδιότητα. Προκύπτει. Ζει μέσα από την κίνηση ανάμεσα σε καταστάσεις. Φροντίδα και εγκατάλειψη, αρχαίο και σύγχρονο, υγρό και στερεό. Είναι αυτή η μετακίνηση. Εκεί βρίσκεται η ομορφιά».
Συνεχίζει να περπατά ανάμεσα στα έργα, να επιστρέφει, να δείχνει λεπτομέρειες. Η έκθεση που ολοκληρώθηκε στις 2 Μαΐου δεν παρουσιάζεται ως σύνολο αντικειμένων. Λειτουργεί ως μια διαδρομή όπου η εικόνα, το σώμα και η ύλη συνδέονται ξανά, κάθε φορά διαφορετικά. Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η προσωπική του ιστορία δεν λειτουργεί ως εισαγωγή. Παραμένει παρούσα, σαν μια υπόγεια γραμμή που διατρέχει τα πάντα.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
