«Δεν έγραψε ο Όμηρος την Οδύσσεια και την Ιλιάδα»: Νέα ριζοσπαστική θεωρία από καθηγητή του Χάρβαρντ

Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» εδώ και αιώνες είναι γνωστά ως έργα ενός μοναδικού δημιουργού, του Ομήρου.

Ο καθηγητής Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Γκρέγκορι Νάγκι, προτείνει όμως μία διαφορετική προσέγγιση: ο Όμηρος δεν ήταν ένα πρόσωπο το οποίο δημιούργησε την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», αλλά το σύμβολο μιας συλλογικής ποιητικής διαδικασίας που εξελίχθηκε επί αιώνες. «Ο Όμηρος δεν έγραψε τα έπη», δήλωσε σε συνέντευξή του στον podcaster Τζόναθαν Μπάι.

Έπειτα από δεκαετίες μελέτης της ομηρικής παράδοσης και της ιστορίας εκείνης της εποχής, ο Αμερικανός καθηγητής εκφράζει το συμπέρασμα ότι η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» δεν δημιουργήθηκαν από την πένα ενός μοναδικού συγγραφέα. Αντίθετα, αποτέλεσαν την κορύφωση μιας μακραίωνης προφορικής παράδοσης, η οποία διαμορφωνόταν μέσα από δημόσιες απαγγελίες, ποιητικούς αγώνες και διαδοχικές παρεμβάσεις πολλών διαφορετικών δημιουργών.

Η θεωρία του Νάγκι ξεκινά από μια παρατήρηση που άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι φιλόλογοι προσεγγίζουν τα ομηρικά έπη. Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια», εξηγεί, δεν υπήρξαν αρχικά ως γραπτά κείμενα. Οι ποιητές δεν απομνημόνευαν ένα ολοκληρωμένο έργο για να το απαγγείλουν αυτούσιο ούτε ακολουθούσαν κάποιο χειρόγραφο. Αντίθετα, η δημιουργική διαδικασία λάμβανε χώρα τη στιγμή της προφορικής εκφοράς του, αξιοποιώντας τεχνικές και μοτίβα τα οποία είχαν διαμορφωθεί μέσα σε μια παράδοση πολλών γενεών.

Η άποψη αυτή εδράζεται στις έρευνες των Μίλμαν Πάρι και Άλμπερτ Λορντ, οι οποίοι τη δεκαετία του 1930 μελέτησαν προφορικούς επικούς ποιητές στη Γιουγκοσλαβία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ορισμένοι τραγουδιστές μπορούσαν να αφηγηθούν έπη χιλιάδων στίχων χωρίς να χρησιμοποιούν γραπτό κείμενο. Δεν επαναλάμβαναν, όμως, ένα απομνημονευμένο ποίημα λέξη προς λέξη. Κάθε φορά δημιουργούσαν μια νέα εκδοχή, βασισμένοι σε ένα κοινό απόθεμα ιστοριών, εκφράσεων και αφηγηματικών σχημάτων.

Για τον Νάγκι, το εύρημα αυτό αποτελεί μία από τις ισχυρότερες ενδείξεις ότι μια παρόμοια διαδικασία βρισκόταν πίσω και από τη δημιουργία των ομηρικών επών.

Η προφορική σύνθεση δεν σημαίνει ότι κάθε εκδοχή της «Ιλιάδας» ή της «Οδύσσειας» ήταν εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη. Οι ποιητές χρησιμοποιούσαν έναν κοινό γλωσσικό και αφηγηματικό μηχανισμό: στερεότυπες εκφράσεις, χαρακτηριστικά επίθετα, επαναλαμβανόμενες σκηνές και γνώριμα μοτίβα.

Τα στοιχεία αυτά λειτουργούσαν σαν δομικά υλικά. Με τη βοήθειά τους, οι ποιητές μπορούσαν να συνθέτουν χιλιάδες στίχους σε πραγματικό χρόνο, προσαρμόζοντας την αφήγηση στη διάρκεια της εκτέλεσης, στον χώρο και στις αντιδράσεις του ακροατηρίου.

Ο Νάγκι περιγράφει δύο βασικούς μηχανισμούς της προφορικής ποίησης: τη συμπύκνωση και την ανάπτυξη. Ο ίδιος μύθος μπορούσε να αποδοθεί μέσα σε λίγους στίχους ή να επεκταθεί σε μια πολύωρη αφήγηση, ανάλογα με τις συνθήκες της παράστασης και το ενδιαφέρον του κοινού.

Αυτή η ευελιξία, σύμφωνα με τον καθηγητή, εξηγεί πώς τα έπη απέκτησαν εντυπωσιακή αφηγηματική συνοχή, χωρίς να αποτελούν κατ’ ανάγκην προϊόν μιας μοναδικής στιγμής έμπνευσης.

Ο «Όμηρος» ίσως ήταν το όνομα μιας παράδοσης

Η πιο ριζοσπαστική πλευρά της θεωρίας του Γκρέγκορι Νάγκι αφορά στην ίδια την ταυτότητα του Ομήρου. Για τον καθηγητή του Χάρβαρντ, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπήρξε ένα ιστορικό πρόσωπο με αυτό το όνομα, αλλά τι ακριβώς αντιπροσώπευε ο «Όμηρος» για τους αρχαίους Έλληνες. Κατά την ερμηνεία του, ο Όμηρος δεν ήταν απαραίτητα ένας ποιητής. Μπορεί να ήταν το πρόσωπο-σύμβολο μιας δημιουργικής διαδικασίας που διήρκεσε πολλούς αιώνες.

«Δεν συνεργάζομαι μόνο με όλους τους προγενέστερους ποιητές· ανταγωνίζομαι κιόλας μαζί τους. Αυτό είναι η προφορική παράδοση» αναφέρει ο Νάγκι, περιγράφοντας τη σχέση κάθε νέου δημιουργού με όσους είχαν προηγηθεί.

Ο ίδιος συνδέει ακόμη και το όνομα «Όμηρος» με την έννοια της ένωσης και της σύνδεσης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του, ο Όμηρος μπορεί να νοηθεί συμβολικά ως εκείνος που συνενώνει διαφορετικές κοινότητες μέσα από μια κοινή ποιητική μνήμη.

Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι μόνο το όνομα ενός δημιουργού, αλλά το σημείο στο οποίο συναντώνται πολλαπλές τοπικές παραδόσεις και διαφορετικές γενιές ποιητών. Καθοριστικός στη θεωρία του Νάγκι είναι και ο ρόλος του ακροατηρίου.

Ο προφορικός ποιητής δεν παρουσίαζε ένα απολύτως «κλειδωμένο» έργο. Παρατηρούσε τις αντιδράσεις των ακροατών και προσαρμοζόταν σε αυτές.

Όταν το κοινό έδειχνε έντονο ενδιαφέρον, μπορούσε να επεκτείνει μια σκηνή, να αναπτύξει έναν χαρακτήρα ή να αφηγηθεί με περισσότερες λεπτομέρειες ένα επεισόδιο. Όταν η προσοχή μειωνόταν, η αφήγηση γινόταν πιο σύντομη και συμπυκνωμένη.

Για να εξηγήσει αυτή τη δυναμική, ο Νάγκι αναφέρεται σε διαφορετικές προφορικές παραδόσεις, από τους Κιργίζιους επικούς ποιητές έως τους μεσαιωνικούς Ιρλανδούς βάρδους. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η σχέση του ποιητή με το κοινό επηρέαζε τη μορφή και τη διάρκεια κάθε εκτέλεσης.

Ίχνη αυτής της αλληλεπίδρασης, υποστηρίζει, διασώζονται ακόμη και μέσα στην «Οδύσσεια». Όταν ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπέτειές του στους Φαίακες, αναρωτιέται αν έχει ήδη μιλήσει υπερβολικά. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, όμως, τον προτρέπουν να συνεχίσει την αφήγησή του όλη τη νύχτα.

Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον Νάγκι, διαδραμάτισαν τα Παναθήναια στην Αθήνα. Εκεί οι ραψωδοί απήγγελλαν τα έπη μπροστά σε ένα ευρύ κοινό και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους.

Η κραταιά άποψη σχετικά με το πρόσωπο του Ομήρου είναι ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ο οποίος έζησε γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ., πιθανώς στην Ιωνία, και ήταν καθοριστικός στη σύνθεση της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας».

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies