«Απεδείχθη η σχέση των κατηγορουμένων με τις εταιρείες και το κατασκοπευτικό λογισμικό»
Την ενοχή των τεσσάρων κατηγορουμένων στην υπόθεση των υποκλοπών ζήτησε ο εισαγγελέας του Β Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
Μετά από πολύμηνη ακροαματική διαδικασία ο εισαγγελικός λειτουργός εισηγήθηκε την ενοχή των κατηγορουμένων για το σύνολο των πράξεων που αντιμετωπίζουν ωστόσο πρότεινε για κάποιες από αυτές τη μετατροπή από κατ’ εξακολούθηση σε κατά συρροή, πρόταση που αν τελικά γίνει τελικά δεκτή από το δικαστήριο θα επηρεάσει το ύψος των ποινών προς τα πάνω.
«Απεδείχθη η σχέση των κατηγορουμένων με τις εταιρείες και το κατασκοπευτικό λογισμικό. Να κηρυχθούν άπαντες ένοχοι» ανέφερε ο εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης, ο οποίος, μάλιστα, επιφυλάχθηκε για περαιτέρω ενέργειες στη συνέχεια της διαδικασίας.
«Αυτή η υπόθεση δεν ήταν για Μονομελές δικαστήριο», διαπίστωσε με την έναρξη της εισήγησης του ο εισαγγελέας στη δίκη για την υπόθεση των υποκλοπών.
«Αν πράξεις είχαν χρόνο τέλεσης λίγο αργότερα, δε θα είμασταν εδώ. Αυτή η υπόθεση δεν ήταν για μονομελές δικαστήριο, φαίνεται από τον αριθμό των εγγράφων και των μαρτύρων, εν πάσει περιπτώσει…», ανέφερε χαρακτηριστικά ο εισαγγελέας του Β Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, Δημήτρης Παυλίδης.
Στο εδώλιο τέσσερις ιδιώτες, επιχειρηματίες, οι οποίοι κατηγορούμενοι σε βαθμό πλημμελήματος, μεταξύ άλλων,παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα.
Ο εισαγγελικός λειτουργός δίνοντας το στίγμα της αγόρευσης του τόνισε πως «στο ποινικό μας δίκαιο δεν υφίσταται ευθύνη νομικών προσώπων, άρα πρέπει να καταλήξουμε σε φυσικό πρόσωπο που εκπροσωπεί την εταιρεία».
«Οι εταιρίες δεν υπάρχουν αυθύπαρκτες στον κόσμο. Υπάρχουν άνθρωποι πίσω από αυτές, αποδίδουν κέρδη. Δεν θα μπορούσαμε να κρύψουμε ποινικά αδικήματα πίσω από εταιρικά σχήματα» ανέφερε χαρακτηριστικά συμπληρώνοντας πως «η παραπομπή των κατηγορουμένων δεν έχει να κάνει με το αν δημιούργησαν κώδικα ή πάτησαν το κουμπί για να σταλεί κάποιο μήνυμα» αλλά με τις αρμοδιότητες τους.
Ο εισαγγελέας εξέφρασε τη θέση πως η χρήση του επίμαχου λογισμικού είναι παράνομη.
«Ακόμα και αν πούμε ότι ήταν νόμιμο θα χρειαζόταν μια νόμιμη διαδικασία με υπογραφές και εγκρίσεις που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαμε τίποτα. Είναι αποκρυσταλλωμένο ότι είναι παράνομη η χρήση του λογισμικού στη χώρα. Παραβιάζει βάναυσα προσωπικά δεδομένα. Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν…και τυχόν χρήση της από κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί ….σημείο αφύπνισης!» τόνισε και απαντώντας σε σχετικές αιτιάσεις των κατηγορουμένων υπογράμμισε πως « Η αποστολή του μολυσμένου συνδέσμου αποτελεί οπωσδήποτε απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων και όχι προπαρασκευαστική πράξη».
Ο εισαγγελέας αναφέρθηκε στις δυσκολίες της έρευνας λόγω της πυκνότητας και πολυπλοκότητα του δικτύου εταιριών, τις συνεχείς αλλαγές σε ονόματα, αλλά το γεγονός ότι οι έδρες τους συχνά βρίσκονται σε φορολογικούς παραδείσους.
Επιπλέον, εστίασε στο ζήτημα των εταιρικών σχέσεων, συνδέοντάς το άμεσα με τον ρόλο των τεσσάρων κατηγορουμένων σημειώνοντας πως χωρίς αμφιβολία «προέκυψαν οι σχέσεις και οι συναλλαγές μεταξύ τους».
Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής του, ο εισαγγελέας έκανε εκτενή αναφορά στο θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με τον νόμο του 2018 περί επιτελικού κράτους.
Ο εισαγγελικός λειτουργός εξέφρασε τη θέση πως το παράνομο λογισμικό, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 2024 και πιθανότατα μέχρι σήμερα. «Το predator λειτούργησε με κάποια υποδομή εντός ελληνικής επικράτειας» είπε σημειώνοντας ότι κανένας κατηγορούμενος δεν προσήλθε να απολογηθεί.
«Το δικαστήριο εξέφρασε την επιθυμία του να προσέλθουν οι κατηγορούμενοι, αλλά κανείς δεν ήρθε να ασκήσει το δικαίωμα απολογίας τους. Σε ένα δικαστήριο που μετρά 40 συνεδριάσεις δεν ήρθε ούτε ένας από τους» ανέφερε ο κ. Παυλίδης.
Ρεπορτάζ: Μαρία Ζαχαροπούλου
