Βίντεο iefimerida: Μπήκαμε στο βεστιάριο της Λυρικής και είδαμε τα μυστικά των θρυλικών κοστουμιών για την «Άννα Μπολένα»
Το iefimerida μπαίνει στα άδυτα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και στο μυαλό των δημιουργών. Μια σπάνια ματιά σε έναν υπέροχο κόσμο.
Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης και η ενδυματολόγος Νίκη Ψυχογιού αποκαλύπτουν όσα δεν φαντάζεται ο θεατής για το βάρος, τα υλικά και την εξουσία που κουβαλούν κοστούμια της όπερας «Άννα Μπολένα»
Στο βεστιάριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ανάμεσα σε κρεμάστρες με βαριά, σχεδόν ασήκωτα, υφάσματα, μανίκια που στέκουν σαν να είναι γλυπτά και φορέματα που κρατούν ακόμη τη μνήμη του σώματος-ρόλου που τα φόρεσε, η όπερα «Άννα Μπολένα» του Ντονιτσέτι, αποκαλύπτει έναν από τους πιο ουσιαστικούς κώδικές της.
Εδώ, μακριά από το τελικό φως της σκηνής, τα κοστούμια αφηγούνται ήδη την παράσταση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση που έκανε πρεμιέρα την Πέμπτη 26 Μαρτίου στην αίθουσα Σταύρος Νιάρχος. Το βάρος τους, η υφή τους, η εσωτερική τους κατασκευή, ο τρόπος που απαιτούν από τον τραγουδιστή να σταθεί, να ανασάνει, να κινηθεί, να αντέξει, δίνουν από μόνα τους μια πρώτη εκδοχή του έργου.
Για τη νέα, φιλόδοξη παραγωγή της όπερας του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης και η ενδυματολόγος Νίκη Ψυχογιού βρέθηκαν μπροστά σε μια σπάνια πρόκληση: να δουλέψουν με τα ιστορικά κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη για την παραγωγή του 1976 και, ταυτόχρονα, να δημιουργήσουν έναν νέο ενδυματολογικό κόσμο, ικανό να σταθεί πλάι τους με δική του ένταση, δική του λογική, δική του βαρύτητα. Μιλούν για την αναβίωση των κοστουμιών και μας τα δείχνουν από κοντά τα κοστούμια, στην κάμερα του iefimerida.
Ο Θέμελης Γλυνάτσης θυμάται ότι όλα ξεκίνησαν από μια σαφή επιθυμία. «Όταν μου ζήτησε ο Γιώργος Κουμεντάκης (καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής) να συμπεριλάβω τα κοστούμια του Γεωργιάδη στην παράσταση, αυτό το οποίο του ζήτησα ήταν να με αφήσει ελεύθερο, ώστε το κοστούμι να αποτελέσει έναν δραματουργικό πυρήνα».
Στη δική του ανάγνωση, το κοστούμι φέρει πολύ περισσότερα από λειτουργικότητα και αισθητική ταυτότητα. Μετατρέπεται σε κεντρικό άξονα της σκηνικής αφήγησης. «Σε αυτή την εναλλαγή του ενδυματολογικού ύφους, υπάρχει μια συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν».
Το παρόν είναι κυρίως τα σκηνικά που υπογράφει ο Λέσλι Τράβερς και τα καινούργια κοστούμια που έχει σχεδιάσει και εκτελέσει η Νίκη Ψυχογιού σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη. Εντάσσονται σε έναν σκηνικό χώρο που επίσης αποτελείται από συγκρούσεις, του καινούργιου και του παλιού, του ιστορικού και του σύγχρονου.
Μετασχηματίζοντας τον κόσμο της μνήμης
Η λέξη που επιστρέφει διαρκώς στη συζήτησή μας είναι η «σύγκρουση». Κι αυτή η σύγκρουση, εξηγεί, χτίστηκε από την πρώτη στιγμή μέσα από μια κοινή απόφαση με τη Νίκη Ψυχογιού: τα νέα κοστούμια να βασιστούν στις φόρμες του 16ου αιώνα, ακολουθώντας όμως μια δική τους τροχιά. «Είχαμε συναποφασίσει ότι τα σύγχρονα κοστούμια θα βασίζονταν στις φόρμες του 16ου αιώνα, αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ο τρόπος που φαντάστηκε η Νίκη αυτή την “αναπαλαίωση”, αν μπορώ να το πω έτσι, τελικά είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι αναδημιουργία».
Η ίδια η Νίκη Ψυχογιού προτιμά μια άλλη λέξη, πιο εύπλαστη, πιο ακριβή για το πεδίο στο οποίο κινήθηκε: «Ίσως ένας μετασχηματισμός του κόσμου της μνήμης. Δηλαδή, ούτε πήγαμε να αντιγράψουμε τον Γεωργιάδη, ούτε είδα τα πράγματα σαν μια άσκηση αντιπαράθεσης μαζί του. Εγώ μάλλον είδα το κοστούμι με διαφορετικό τρόπο, έχοντας όμως ως αφετηρία τον Γεωργιάδη».
Στα μάτια της, τα κοστούμια του μεγάλου σκηνογράφου και ενδυματολόγου που για χρόνια έντυνε τον Νουρέγιεφ μεταξύ άλλων, έχουν την πυκνότητα και την επιφάνεια της ζωγραφικής. «Τα ρούχα του Γεωργιάδη είναι λίγο σαν πίνακες ζωγραφικής. Είναι ζωγραφικά. Έχουν ένα επίπεδο με πολλά layers διαφορετικών υφασμάτων. Αν προσέξει κανείς, έχει πολλά μπροκάρ, πολλά βελούδα, διαφορετικές ποιότητες που λειτουργούν σαν μία επιφάνεια. Και πάντα ένιωθα ότι έτσι αναπαρίσταται η εξουσία, σχεδόν σαν ζωγραφικός πίνακας».
Η εξουσία ως ρούχο που συνθλίβει με το βάρος του
Η δική της προσέγγιση στην εξουσία πέρασε μέσα από άλλη γλώσσα. Πιο γλυπτική, πιο σωματική, πιο σκληρή στον τρόπο που αγκαλιάζει το σώμα και το ωθεί προς τα κάτω. Ο Θέμελης Γλυνάτσης πηγαίνει αυτή τη σκέψη ένα βήμα παραπέρα, προς την ίδια τη δραματουργική λειτουργία του ρούχου. «Αυτό που είχαμε συζητήσει με τη Νίκη είναι ότι τα σύγχρονα κοστούμια ουσιαστικά τους ρουφάνε. Είναι τόσο μεγάλα που σχεδόν παύουν να είναι άνθρωποι. Είναι άνθρωποι που ενδύονται την εξουσία, η οποία τελικά τους συνθλίβει».
Για τον Ερρίκο, λόγου χάρη, χρησιμοποιήθηκε μια τεχνική πλεξίματος που κάνει ορατή την ίδια την ιδέα της εξουσίας ως κατασκευής. «Αν θεωρήσουμε ότι η εξουσία είναι μια κατασκευή, εγώ ήθελα αυτό να είναι πολύ εμφανές στο κοστούμι του. Ό,τι δηλαδή πλέκεται ένα πράγμα, το οποίο οποιαδήποτε στιγμή μπορεί και να λυθεί».
Η ίδια λογική διέπει και τη διαδρομή της Σεϊμούρ. Ξεκινά μέσα από πιο μαλακά, λευκά, πιο “αθώα” υλικά και καταλήγει, στον γάμο της, χτισμένη μέσα σε μια πανοπλία. «Η γαμήλια εικόνα της μέσα στην προθήκη», λέει η Ψυχογιού, «είναι για μένα μία πολύ ωραία εικόνα. Έπρεπε όλα να συνδυαστούν και με το σκηνικό του Λέσλι Τράβερς και με την ιδέα του Θέμελη ότι είναι όλοι εκθέματα».
Από αυτή την ιδέα των «εκθεμάτων» ξεδιπλώνεται ένας ολόκληρος σκηνικός μηχανισμός μεταμόρφωσης. Τα κοστούμια αλλάζουν μπροστά στα μάτια του κοινού. Οι χαρακτήρες γδύνονται και ξαναχτίζονται επί σκηνής. Η ένδυση ανήκει στη δράση. «Η έννοια του ρούχου είναι μέρος της δράσης. Και αυτές οι αλλαγές είναι και μετάβαση από τον Γεωργιάδη στο σύγχρονο», λέει ο Θέμελης Γλυνάτσης.
Η Μπολένα είναι η πρώτη που μεταμορφώνεται. Περνά από το ιστορικό κοστούμι του Γεωργιάδη στο μεγάλο μαύρο φόρεμα της Ψυχογιού. «Είναι σαν να μπαίνει πια στη διαδικασία του πένθους. Της εξόδου», λέει ο σκηνοθέτης.
Η Σεϊμούρ ακολουθεί σε δεύτερο χρόνο, μέσα από μια βίαιη σκηνή απέκδυσης: απογυμνώνεται από το ρούχο του Γεωργιάδη και μένει με ένα νεγκλιζέ, αποκαλύπτοντας «ένα σώμα τελείως εύθραυστο, που ντρέπεται, που είναι ευάλωτο». Η Νίκη Ψυχογιού συμπληρώνει τη δική της συνέχεια αυτής της διαδρομής: «Περνάει πρώτα σε ένα δικό μου φόρεμα πιο μαλακό, πιο αθώο, με εκείνη την κάπα και τις πτυχές πίσω, και έπειτα γίνεται ροκ, χτίζεται μέσα στην πανοπλία».
Από τον 16ο αιώνα στο Instagram και το TikTok
Η πορεία κάθε ήρωα έχει τον δικό της ρυθμό. Γραμμικότητα εδώ δεν υπάρχει. Ούτε ίδιες λύσεις για όλους. Ο Ερρίκος, όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης, παραμένει συνεχώς μέσα στο λεξιλόγιο του 16ου αιώνα. «Είναι ο μόνος που δεν ξεφεύγει ποτέ από το λεξιλόγιο του 16ου αιώνα. Και το καινούργιο ρούχο που του έφτιαξε η Νίκη παραμένει 16ος αιώνας. Αυτό που ζήτησα ήταν ότι κι εκείνος τελικά συνθλίβεται από αυτό που φοράει». Η ιδέα της πλέξης, την οποία επαναφέρει η Ψυχογιού, δίνει και εδώ τη βασική εικόνα: μια κατασκευή εξουσίας τόσο περίτεχνη όσο και εύθραυστη.
Η ίδια η ιστορία της όπερας τούς οδήγησε σε αυτή τη στενή πρόσδεση με το ένδυμα. Ο Θέμελης Γλυνάτσης το διατυπώνει με τον πιο σαφή τρόπο: «Έχει πάρα πολύ να κάνει και με την παράδοση του 16ου αιώνα σε ό,τι αφορά το βασιλικό ένδυμα. Εκεί πλέον ένας από τους βασικούς τρόπους αναπαράστασης της εξουσίας ήταν το κοστούμι. Ο τρόπος που εμφανιζόταν ο βασιλιάς ή η βασίλισσα, σε ποια συνθήκη, με ποιο υλικό, με ποια εικονογράφηση, με ποια κοσμήματα. Όλα αυτά αποκτούν σημειολογία. Είναι καθαρή σημειολογία».
Έπειτα έρχεται η αναλογία με το παρόν, ειπωμένη με τρόπο σχεδόν αυτονόητο: «Αυτό που γίνεται σήμερα με το Instagram ή με το TikTok, τότε γινόταν με το ρούχο. Το ρούχο είναι η αναπαράσταση ενός δημόσιου προσώπου. Ο τρόπος που ένας εκπρόσωπος της εξουσίας επιλέγει την αναπαράστασή του έχει ακόμη τεράστια σημασία. Κι αυτό που θέλαμε να δείξουμε με τη Νίκη είναι ότι ουσιαστικά αυτοί οι άνθρωποι δεν υπάρχουν. Υπάρχουν οι αναπαραστάσεις τους».
Η αναπάντεχη, κρυμμένη, τρυφερότητα
Με αυτή τη συνθήκη στο κέντρο της παράστασης, έχει ενδιαφέρον ότι ο αγαπημένος του σκηνοθέτη βρίσκεται σε μια στιγμή σχεδόν τρυφερή, ακαριαία, ιδιωτική, σαν ένα ρήγμα μέσα στον μηχανισμό της δημόσιας εικόνας. «Υπάρχει μία σκηνή, στο τρίτο μέρος της δεύτερης πράξης, ανάμεσα στον Ερρίκο, τον Πέρσι και την Άννα, όπου η Άννα χαϊδεύει τον Πέρσι, που είναι ο παλιός εραστής, και έρχεται ο Ερρίκος και της χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκεί, για μένα, ξαφνικά σπάει όλο αυτό της αναπαράστασης και βγαίνει κάτι σχεδόν καθημερινό. Και πάρα πολύ τρυφερό».
Ο σκηνοθέτης μιλά εδώ και για την ιστορική τους σχέση, για το πώς η εξουσία συμπιέζει το συναίσθημα χωρίς ποτέ να το εξαφανίζει. «Είναι αφελές να θεωρήσει κανείς ότι ο Ερρίκος έπαψε να είναι ερωτευμένος με την Άννα Μπολένα. Ήταν μάλλον η γυναίκα της ζωής του. Απλώς ήταν βασιλιάς. Οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί υπερβαίνουν το συναίσθημα. Η εξουσία συνθλίβει το συναίσθημα».
Για τη Νίκη Ψυχογιού, η αγαπημένη εκδοχή της Άννας είναι σαφώς το μαύρο φόρεμα. Και η επιλογή της δεν αφορά μόνο τη δύναμη της εικόνας, αλλά και την ίδια την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας. «Το αγαπημένο μου στοιχείο σε εκείνη είναι ότι ήταν ένας πάρα πολύ δυναμικός χαρακτήρας. Αυτό προσπάθησα να δώσω και με το κοστούμι. Είναι ένα κοστούμι βασίλισσας. Το μαύρο δείχνει το πένθος, αλλά ταυτόχρονα είναι και πάρα πολύ ισχυρό». Ξαναγυρίζει στη γλυπτική ποιότητα αυτής της δημιουργίας, στα ογκώδη μανίκια που λειτουργούν σχεδόν σαν αρνητικά φτερά. «Με ενδιέφερε πάρα πολύ να δώσω τον όγκο αυτό στα μανίκια, να μοιάζει με πανοπλία και με κάτι που σε τραβάει προς τα κάτω. Σαν να σε κρατάει η εξουσία πάνω σου».
Κομβικής σημασίας για τη δική της εργασία υπήρξε η φυσική επαφή με τα κοστούμια του Γεωργιάδη. «Είχαμε την τύχη να τα δούμε από κοντά και να τα πιάσουμε. Και καταλάβαμε πόσο διαφορετικά ήταν τα υλικά τη δεκαετία του ’70. Πολύ πιο βαριά υφάσματα. Υφάσματα σχεδόν επιπλοποιίας, θα έλεγα. Αν πιάσετε τα ρούχα, είναι πάρα πολύ βαριά».
Η παρατήρηση ανοίγει αμέσως προς την πρακτική γνώση της όπερας: το κοστούμι χρειάζεται επιβλητικότητα και, ταυτόχρονα, απόλυτη λειτουργικότητα. «Ένα δύσκολο πράγμα στην όπερα είναι ότι τα κοστούμια πρέπει να είναι μεγάλα, εντυπωσιακά, μεγαλοπρεπή και συγχρόνως πολύ λειτουργικά. Εδώ δουλεύουμε πολύ μαζί με τους σολίστ, για να βγει ένα αποτέλεσμα που να είναι και λειτουργικό και να βγάζει αυτό που θέλουμε εμείς».
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη χορωδία των 50 ατόμων. «Ξεκινάμε με τα κοστούμια του Γεωργιάδη και μετά, σε μία ακόμη σκηνή απέκδυσης, εμφανίζονται ξανά σαν αυτή την κλασική αγγλική εικόνα ενός σπορτίφ κυνηγιού. Και είναι όλα hunting jackets. Γιατί είναι κυνηγοί. Οι αυλικοί είναι οι κυνηγοί του βασιλιά», μου λέει ο Θέμελης Γλυνάτσης.
Τα υφάσματα, όπως εξηγεί η Ψυχογιού, κινήθηκαν πάνω σε αυτή την αυστηρότητα. «Για τη χορωδία έχουμε χρησιμοποιήσει μαλλί, κρεπ, στητά υφάσματα, με επενδύσεις από μέσα για να γίνουν όλα πολύ αυστηρά. Για τους πρωταγωνιστές έχουμε χρησιμοποιήσει ταφτάδες, βελούδα, μπροκάρ, αλλά πολύ διαφορετικά από εκείνα του 1970. Πιο ελαφριά, με πολλή δομή από μέσα, για να είναι το κοστούμι εύκολο και λειτουργικό».
Υπάρχουν και στιγμές στις οποίες η ιστορική έρευνα περνά σχεδόν αυτούσια στη ραφή. «Στο κοστούμι του Χάρβι χρησιμοποιήθηκε πατρόν του 16ου αιώνα. Και στον Ροσφόρ. Και στον Ερρίκο, στο γιλέκο. Στον Χάρβι, βέβαια, έβαλα και υλικά που δεν θα χρησιμοποιούσαν τότε, για το παντελόνι ή για την οργάντζα». Η σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο παραμένει έτσι κυριολεκτική, όχι θεωρητική. Υπάρχει στα ίδια τα υλικά, στον τρόπο που στέκονται, στον τρόπο που αντανακλούν το φως.
Ακόμη και οι αριθμοί υπηρετούν εδώ τη φαντασία. Για το μαύρο φόρεμα της Μπολένας χρησιμοποιήθηκαν, όπως λέει, οκτώ μέτρα μαύρο μπροκάρ και δύο μέτρα ντουσέζ για τα μανίκια, χωρίς να υπολογίζει κανείς τις φόδρες, τα κρινολίνα, όλα τα εσωτερικά στρώματα που παραμένουν αόρατα στον θεατή και καθορίζουν τελικά την εικόνα. Για το κοστούμι του Ερρίκου και το χρυσό φόρεμα Μπολένα χρειάστηκαν δεκαοκτώ μέτρα χρυσού μπροκάρ.
Για τον Θέμελη Γλυνάτση, όλη αυτή η βύθιση στο ενδυματολογικό πεδίο υπήρξε μία από τις πιο συναρπαστικές επαγγελματικές εμπειρίες του. «Για μένα ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες, γιατί είναι ένας χώρος όπου η αισθητική άποψη συναντά την τεχνική λεπτομέρεια και την τεχνική γνώση σε καθημερινή βάση. Αυτό ήταν συναρπαστικό». Το ίδιο το έργο τον οδήγησε εκεί. Κι ίσως, όπως παραδέχεται, και η σχέση συνεργασίας που αναπτύχθηκε με την Νίκη Ψυχογιού. «Μέχρι τώρα δεν μου είχε βγει ανάγκη το ρούχο να αποτελέσει τόσο σημαντικό στοιχείο. Εδώ βγήκε. Έχει να κάνει με το έργο, με τον τρόπο που αντιμετώπισα τον Ντονιτσέττι, περισσότερο μέσα από την ιστορία, την ιστορική βάση αυτών των χαρακτήρων».
Κάπως έτσι, μέσα στο βεστιάριο της Λυρικής, η «Άννα Μπολένα» αποκαλύπτεται πρώτα ως μια παράσταση φτιαγμένη από ύφασμα, βάρος, πατρόν, υλικό, επιφάνεια, μεταμόρφωση. Μια παράσταση όπου τα κοστούμια του 1976 και οι νέες δημιουργίες του σήμερα κουβαλούν πάνω τους τη μνήμη της εξουσίας, τη θεατρικότητα της αυλής, την αγριότητα του κυνηγιού, την ιδέα του εκθέματος, τη βία της έκπτωσης, την παραπλανητική αίγλη της δημόσιας εικόνας. Κι ύστερα, για μια στιγμή, το άγγιγμα ενός χεριού στα μαλλιά ανοίγει μια ρωγμή και φανερώνει πως κάτω από όλες αυτές τις στρώσεις υπήρξαν κάποτε και άνθρωποι.
Ημερομηνίες: 26, 29 Μαρ 2026 και 02, 05, 15, 19 Απρ 2026
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
