«Το κρίσιμο ήταν να αναγνωριστεί η ευθύνη του Δημοσίου», λέει ο δικηγόρος της οικογένειας που αποζημιώθηκε για το δυστύχημα στα Τέμπη
«Η ουσία δεν ήταν ποτέ το ποσό της αποζημίωσης, αλλά η δικαστική επιβεβαίωση ότι το ελληνικό Δημόσιο φέρει ευθύνη» επεσήμανε το πρωί της Τετάρτης ο δικηγόρος Γιώργος Καραπάνος αναφερόμενος στην απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου που αναγνώρισε την ευθύνη του ελληνικού Δημοσίου για το δυστύχημα στα Τέμπη, επιδικάζοντας αποζημίωση σε συγγενείς θυμάτων.
Η εν λόγω απόφαση αφορά τέσσερις προσφεύγοντες συγγενείς δύο θυμάτων, στους οποίους επιδικάστηκε ποσό 160.000 ευρώ ως κεφάλαιο και επιπλέον 40.000 ευρώ ως τόκοι (400.000 ευρώ συνολικά).
Σύμφωνα με τον Γιώργο Καραπάνο, που εκπροσωπεί τις οικογένειες και μίλησε στο ERTNews το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι «με τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας αναγνωρίζεται πως το κράτος συνέβαλε αιτιωδώς στην τραγωδία».
Το δικαστήριο έκρινε ότι το ελληνικό Δημόσιο, μέσω του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, «άσκησε πλημμελώς την εποπτική του αρμοδιότητα», παρά το γεγονός ότι όφειλε να διασφαλίζει την ασφάλεια των μεταφορών, των επιβατών και των εργαζομένων. Μάλιστα, επισημάνθηκε ότι, ανεξαρτήτως της ενημέρωσης που είχε λάβει από δελτία, εξώδικα και προγενέστερα πορίσματα για ελλείψεις στο σιδηροδρομικό δίκτυο, το κράτος είχε υποχρέωση να προστατεύει το έννομο αγαθό της ζωής και της ασφάλειας.
Η αγωγή, σύμφωνα με τον συνήγορο της οικογένειας θύματος των Τεμπών στρεφόταν κατά του ελληνικού Δημοσίου και του ΟΣΕ, ωστόσο το δικαστήριο δεν εξέτασε την ευθύνη του ΟΣΕ για νομικούς λόγους, αφήνοντας το ζήτημα να κριθεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
Σημαντική είναι και η διάσταση της εξέλιξης της υπόθεσης, καθώς, όπως ανέφερε ο κ. Καραπάνος, το ελληνικό Δημόσιο έχει προθεσμία 60 ημερών για την άσκηση έφεσης. Ο ίδιος σημείωσε ότι υπάρχουν δημόσιες δηλώσεις περί μη άσκησης έφεσης, προσθέτοντας ωστόσο ότι «αυτό θα φανεί στην πράξη». Εφόσον η απόφαση καταστεί αμετάκλητη, αναμένεται να αξιοποιηθεί και στη διερεύνηση ποινικών ευθυνών.
Ο δικηγόρος επίσης υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη αγωγή ήταν από τις πρώτες που κατατέθηκαν, επισημαίνοντας πως υπήρξε και αίτημα επίσπευσης της διαδικασίας, με αποτέλεσμα να προσδιοριστεί άμεσα δικάσιμος. Αν και ενδέχεται να έχουν κατατεθεί και άλλες αγωγές, δεν είναι σαφές σε ποιο στάδιο βρίσκονται.
Απαντώντας σε ερώτημα για τη σχέση της διοικητικής απόφασης με την ποινική διαδικασία, ο κ. Καραπάνος εξήγησε ότι δεν ήταν απαραίτητη η αναμονή της ποινικής εξέλιξης, καθώς το αντικείμενο της δίκης ήταν η ευθύνη του Δημοσίου και όχι οι ποινικές ευθύνες φυσικών προσώπων.
Σε ό,τι αφορά τη γενικότερη σημασία της απόφασης, σημείωσε ότι αποτελεί «ορόσημο για τη νομολογία», καθώς αναγνωρίζει ρητά την υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να εποπτεύει και να προστατεύει τους πολίτες. Η απόφαση, όπως διευκρίνισε, δεν αποδίδει ευθύνες σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά εντοπίζει τη θεσμική ευθύνη του κράτους.
Κλείνοντας και αναφερόμενος στο ενδεχόμενο συνολικού κόστους αποζημιώσεων, ο κ. Καραπάνος εξήγησε ότι κάθε υπόθεση εξετάζεται ξεχωριστά και δεν μπορεί να γίνει απλή αναλογική εκτίμηση. Ωστόσο, κατέληξε με νόημα: «Μακάρι τα ποσά αυτά να είχαν δοθεί νωρίτερα για την ασφάλεια, ώστε να μην είχε συμβεί ποτέ αυτή η τραγωδία», υπογραμμίζοντας το διακύβευμα της πρόληψης έναντι της αποζημίωσης.
