Το απογοητευτικό ποδοσφαιρικό ντεμπούτο του Μέσι με τη φανέλα της Εθνικής Αργεντινής: Διήρκεσε μόλις 44 δευτερόλεπτα
Ήταν 16:31 τοπική ώρα, απόγευμα της περασμένης Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026, όταν ο διαιτητής της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης Αργεντινή – Αίγυπτος, που διεξήχθη στο πλαίσιο της φάσης των 16 του Παγκοσμίου Κυπέλλου, σφύριζε τη λήξη του κρίσιμου αγώνα στο κατάμεστο Atlanta Stadium των ΗΠΑ. Ο 39χρονος Λιονέλ Μέσι με το που ακούει τον ήχο της σφυρίχτρας λυγίζει τα γόνατα, σκύβει μπροστά και ξεσπά σε λυγμούς καλύπτοντας με τα χέρια το πρόσωπό του. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που έκλαιγε μέσα στο γήπεδο, όπως θα παραδεχόταν και ο ίδιος αργότερα. Του βγήκε αυθόρμητα, ως μια αντίδραση αποφόρτισης από τη μεγάλη πίεση που βίωσε αυτός και οι συμπαίκτες του, καθώς γνώριζαν ότι όλο το έθνος είχε στραμμένα τα μάτια πάνω τους. Η Αργεντινή έκανε κάτι εντυπωσιακό. Μέχρι το 79ο λεπτό έχανε 0-2 και μέσα στα επόμενα 16 λεπτά, συμπεριλαμβανομένων των καθυστερήσεων, κατάφερε να πετύχει την ολική ανατροπή, με τον βραχύσωμο αρχηγό να έχει για μια ακόμα φορά πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το επίτευγμα.
Την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες σε ολόκληρη την υφήλιο αφιέρωναν διθυραμβικά σχόλια για τον καλύτερο, κατά πολλούς, ποδοσφαιριστή που έχει περάσει από τα γήπεδα. Τον αποκαλούμενο «GOAT», που μπορεί στα αγγλικά να σημαίνει «κατσίκα», αλλά είναι και το ακρωνύμιο της φράσης «Greatest Of All Time» («Ο κορυφαίος όλων των εποχών»).
Έχει κατακτήσει 8 Χρυσές Μπάλες, περισσότερες από κάθε άλλον στην ιστορία, έχει οδηγήσει την Εθνική Αργεντινής στην κατάκτηση του Μουντιάλ το 2022 (άρα μέχρι ο τίτλος να αλλάξει χέρια εξακολουθεί αυτός και οι συμπαίκτες του να είναι πρωταθλητές κόσμου), έχει πάρει το Copa America το 2021 και το 2024, ενώ παράλληλα έχει κερδίσει κάθε πιθανό ομαδικό και ατομικό τίτλο στο κορυφαίο επίπεδο του δημοφιλέστερου αθλήματος παγκοσμίως.
Απογοητευτική η πρώτη εμφάνιση
Το επίσημο ντεμπούτο του, ωστόσο, με την εθνική ανδρών της Αργεντινής ήταν άκρως απογοητευτικό και έρχεται να μας το θυμίσει ο κορυφαίος αθλητικογράφος, Τζόναθαν Γουίλσον, στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Οι άγγελοι με τα βρόμικα πρόσωπα – Η ποδοσφαιρική ιστορία της Αργεντινής», που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα ελληνικά, από τις εκδόσεις «MVPublications». Επί της ουσίας πρόκειται για μια μνημειώδη έρευνα που αποδεικνύει πώς και γιατί το ποδόσφαιρο έγινε στη συγκεκριμένη χώρα της Νότιας Αμερικής το απόλυτο καθρέφτισμα της πολιτικής αλλά και της υπαρξιακής της ταυτότητας. Ο συγγραφέας, κορυφαίος ποδοσφαιρικός αναλυτής, είναι ο ιδρυτής και αρχισυντάκτης του εμβληματικού περιοδικού «The Bizzard» που επαναπροσδιόρισε την ποδοσφαιρική κουλτούρα. Είναι επίσης βασικός αρθρογράφος του Observer. Έχει ανακηρυχθεί, δε, ως ο καλύτερος συντάκτης της χρονιάς από την FSA (Football Supporters’ Association), την Ομοσπονδία Φιλάθλων Ποδοσφαίρου της Αγγλίας και της Ουαλίας, τέσσερις φορές (τα έτη 2012, 2017, 2021 και 2024). Φυσικό ήταν λοιπόν να αφιερώνει ολόκληρα κεφάλαια στο πολυσέλιδο νέο του εκδοτικό εγχείρημα, για τη ζωή και τις επιτυχίες του Λιονέλ Μέσι.
Εκεί λοιπόν διαβάζουμε πως το πρώτο επίσημο παιχνίδι με την εθνική ανδρών του αποκαλούμενου Messiah (Μεσσίας) -λογοπαίγνιο με το επίθετό του (Messi) που χρησιμοποιούν οι οπαδοί και τα ΜΜΕ για να δείξουν ότι «σώζει» την ομάδα του στους δύσκολους αγώνες- έγινε στις 17 Αυγούστου 2005, σε μια φιλική αναμέτρηση εκτός έδρας απέναντι στην Ουγγαρία. Δύσκολα θα μπορούσε να πάει χειρότερα εκείνη η ημέρα για τον φέρελπι αθλητή.
Ήταν 18 ετών και 54 ημερών. Φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 18, μπήκε στον αγωνιστικό χώρο ως αλλαγή στο 63ο λεπτό κι ενώ η ομάδα του προηγούνταν με 2-1. Αποβλήθηκε όμως μόλις… 44 δευτερόλεπτα μετά την είσοδό του. Συγκεκριμένα τη δεύτερη φορά που πήρε την μπάλα, έκανε το τυπικό ξεπέταγμά του προς τα εμπρός. Ο Ούγγρος αμυντικός, Βίλμος Βάντσακ, για να τον σταματήσει, τον άρπαξε από τη φανέλα. Ο Μέσι προσπάθησε να τον απωθήσει, αλλά ο αντίπαλος συνέχισε να τον κρατά. Ο Αργεντινός για να ξεφύγει τίναξε δυνατά το χέρι και χτύπησε τον Βάντσακ στο στήθος. Ήταν, ξεκάθαρα, μια προσπάθεια να απελευθερωθεί από το μαρκάρισμα. Η επαφή ήταν απλώς ένα απότομο σπρώξιμο όπως φαίνεται και στο σχετικό βίντεο που μπορεί να δει ο καθένας στο YouTube και όχι κάποιο χτύπημα με γροθιά. Ο Βάντσακ όμως σωριάστηκε θεατρικά στο έδαφος, κρατώντας το πρόσωπό του. Ο διαιτητής Μάρκους Μερκ, ένας οδοντίατρος από το Καϊζερσλάουτερν, έδειξε στον Μέσι απευθείας την κόκκινη κάρτα. Το ντεμπούτο του είχε διαρκέσει λιγότερο από ένα λεπτό. Ο Βάντσακ τιμωρήθηκε με κίτρινη κάρτα για το κράτημα και ο Μέσι στριφογύριζε θολωμένος από τη διαιτητική απόφαση.
Μπορείτε να δείτε τη σχετική φάση, εδώ:
Η ποδοσφαιρική επίδειξη του 6χρονου Λίο σε αγώνα του Μαραντόνα
Αν και δεν θυμάται λεπτομέρειες, ο Λιονέλ Μέσι εμφανίστηκε με μπάλα σε αγωνιστικό χώρο για πρώτη φορά σε ηλικία μόλις 6 ετών. Ήταν μάλιστα και η πρώτη φορά που θα συναντιόταν με το άλλο «ιερό τέρας» της εθνικής Αργεντινής, τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Έχει ενδιαφέρον η ιστορία.
Είναι 7 Οκτωβρίου 1993. Ο 6χρονος τότε Λιονέλ βρισκόταν στις κερκίδες του σταδίου El Coloso del Parque της πόλης Ροσάριο της πατρίδας του, για να παρακολουθήσει το ιστορικό ντεμπούτο του Ντιέγκο Μαραντόνα με τη φανέλα της Νιούελς Ολντ Μπόις, στον φιλικό αγώνα εναντίον της Έμελεκ από το Εκουαδόρ. Κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου, οι υπεύθυνοι της γηπεδούχου ομάδας έφεραν τον μικρό Μέσι στον αγωνιστικό χώρο, για να διασκεδάσει τους φιλάθλους.
Ήξεραν πως μπορούσε να κάνει καλά «ποδαράκια» (kick-ups). Να κρατάει δηλαδή με τα πόδια την μπάλα επί αρκετή ώρα στον αέρα, χωρίς αυτή να ακουμπήσει στο έδαφος. Οπότε τον κάλεσαν να δείξει τις ικανότητές του. Ο κόσμος τον χειροκρότησε με ενθουσιασμό.
Το ίδιο γκολ 27 χρόνια μετά και η σπάνια φανέλα
Η αλήθεια είναι πως εκείνο το βράδυ ο Μέσι δεν χαιρετήθηκε με τον Μαραντόνα, ωστόσο το γεγονός ότι συνυπήρξαν στο ίδιο γήπεδο έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Σε εκείνο το ντεμπούτο, ο Μαραντόνα σκόραρε με ένα εντυπωσιακό σουτ έξω από την περιοχή. Στις 29 Νοεμβρίου 2020, τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατο του Μαραντόνα, ο Μέσι πέτυχε ένα σχεδόν πανομοιότυπο γκολ με την Μπαρτσελόνα και το πανηγύρισε βγάζοντας τη φανέλα του, για να αποκαλύψει πως από μέσα είχε την ιστορική κοκκινόμαυρη φανέλα της Νιούελς που φορούσε ο Ντιέγκο το 1993. Ο Λίο σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό στέλνοντας ένα φιλί, σε μια κίνηση απόλυτου σεβασμού προς το είδωλό του.
Που είχε βρει όμως τη σπάνια, αυθεντική, vintage φανέλα της Νιούελ Ολντ Μπόις από τη σεζόν 1993/94 με το νούμερο 10 στην πλάτη; Τη βρήκε με έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο στο σπίτι του, όπως αποκάλυψε ο ίδιος σε μετέπειτα συνέντευξή του στο TyC Sports. Τη φανέλα αυτή, λοιπόν, του την είχε κάνει δώρο ένας Αργεντινός συλλέκτης (δικαστής στο επάγγελμα) πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 στη Ρωσία, θέλοντας να του προσφέρει ένα μοναδικό κομμάτι από την ποδοσφαιρική ιστορία της Αργεντινής. Ο Μέσι την είχε δεχτεί με χαρά και την είχε φυλάξει στην τεράστια προσωπική του συλλογή. Με το πέρασμα του χρόνου όμως ξέχασε εντελώς την ύπαρξή της.
Το βράδυ μετά τον θάνατο του Μαραντόνα, ο Μέσι ξάπλωσε στο κρεβάτι με τη σύζυγό του, Αντονέλα, και της είπε: «Πρέπει να κάνω κάτι ξεχωριστό για τον Ντιέγκο, πρέπει να βρω μια φανέλα». Σκόπευε να ψάξει για μια φανέλα της Εθνικής Αργεντινής. Όταν ανέβηκε στο δωμάτιο με τα ποδοσφαιρικά του κειμήλια, παρατήρησε ότι μια μικρή αποθηκευτική πόρτα, η οποία ήταν πάντα κλειστή, εκείνη τη στιγμή ήταν μυστηριωδώς ορθάνοιχτη. Κοίταξε μέσα και πάνω πάνω βρισκόταν μια τσάντα. Όταν την άνοιξε, είδε τη φανέλα της Νιούελς Ολντ Μπόις με το νούμερο 10 του Μαραντόνα από το 1993. Όπως δήλωσε ο ίδιος, ένιωσε ότι επρόκειτο για ένα σημάδι της μοίρας, καθώς δεν θυμόταν καν ότι την είχε. Κι έτσι αποφάσισε να τη φορέσει κρυφά κάτω από τη φανέλα της Μπαρτσελόνα στον αμέσως επόμενο αγώνα με την Οσασούνα στο Καμπ Νου.
Έκανε συστηματικά ενέσεις στο πόδι για να πάει μπόι
Πίσω από τη λάμψη των Χρυσών Μπαλών και των παγκόσμιων τίτλων του Λιονέλ Μέσι, κρύβεται μια σκληρή ιατρική μάχη. Σε ηλικία 10 ετών, ο Μέσι είχε ύψος μόλις ένα μέτρο και 27 εκατοστά, πολύ κοντύτερος από τους συνομηλίκους του, αλλά και από τα αδέρφια του στην αντίστοιχη ηλικία. Οπότε τον παρέπεμψαν σε γιατρούς που ανακάλυψαν ότι το σώμα του δεν παρήγε μια συγκεκριμένη αυξητική ορμόνη. Επρόκειτο για μια σπάνια πάθηση που απειλούσε να σταματήσει την ανάπτυξή του και να σβήσει το ποδοσφαιρικό του όνειρο.
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, θα έπρεπε να του χορηγούνται καθημερινές ενέσεις στα πόδια, αλλά κόστιζαν 1.500 δολάρια τον μήνα, που η οικογένειά του και οι τοπικοί σύλλογοι στην Αργεντινή αδυνατούσαν να καλύψουν. Η σωτηρία ήρθε από την Μπαρτσελόνα, η οποία διέκρινε το εξωπραγματικό του ταλέντο, ανέλαβε τα ιατρικά έξοδα και τον έφερε στην Ευρώπη. Οι ενέσεις λειτούργησαν. Στα 11 του, ο Μέσι ήταν ένα μέτρο και 32 εκατοστά, και στα 12 του ένα μέτρο και 47 εκατοστά. Χάρη στην επιστήμη, ο Μέσι έφτασε στο τελικό ύψος του 1,69 μ. Διαθέτει χαμηλό κέντρο βάρους, λεπτή κατασκευή και λόγω του σωματότυπού του είναι ένας τεχνικός παίκτης. Γρήγορος και πολύ ευκίνητος, με εξαιρετικά προσόντα στον έλεγχο της μπάλας και στην επιτάχυνση με αυτή. Το δε καλό του πόδι είναι το αριστερό, με το οποίο έχει σημειώσει πάνω από 80% των γκολ του με όλους τους δυνατούς τρόπους. Με κοντινά σουτ, με μακρινά, με απευθείας φάουλ και με εκτελέσεις πέναλτι. Προφανώς λόγω ύψους μονάχα στις κεφαλιές δεν ειδικεύεται. Αλλά ποιος νοιάζεται; Είναι ο καλύτερος της Εθνικής Αργεντινής, των «αγγέλων με τα βρόμικα πρόσωπα» όπως τιτλοφορείται και το βιβλίο του Τζόναθαν Γουίλσον.
Αλήθεια όμως γιατί χρησιμοποιεί ο συγγραφέας αυτό τον χαρακτηρισμό;
Οι πέντε κοπρίτες
Προήλθε από το περιστατικό που συνέβη αμέσως μετά τον ιστορικό αγώνα Αργεντινή – Βραζιλία, στον οποίο οι γηπεδούχοι επικράτησαν με 3-0, στις 3 Απριλίου 1957 στο στάδιο «Εστάδιο Νασιονάλ» της Λίμα, στο πλαίσιο του Πρωταθλήματος Νότιας Αμερικής. Όπως διαβάζουμε, «η Αργεντινή, με ένα παιχνίδι να απομένει για να ολοκληρωθεί το τουρνουά, είχε ήδη στεφθεί πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής για ενδέκατη φορά στην ιστορία της. Μετά το τελευταίο σφύριγμα κι ενώ οι Αργεντινοί πανηγύριζαν στον αγωνιστικό χώρο, το μικρόφωνο δόθηκε στον αμυντικό της Ρίβερ Πλέιτ, Φεντερίκο Βάιρο. Μολονότι είχε ηγετικές ικανότητες, το ευγενικό πρόσωπό του ξεγελούσε, καθώς συχνά ανέδιδε μια ανησυχία. Σε αυτή την περίπτωση, ο Βάιρο πλημμύρισε από συναισθήματα. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, έπιασε γερά το μικρόφωνο, μα, σαν άρχισε να μιλά, η φωνή του έσπασε. “Όλα” είπε με δισταγμό “όλα οφείλονται σε αυτά τα caras sucias (βρόμικα πρόσωπα), σε αυτούς τους πέντε sinvergüenzas (κοπρίτες)”. Η φωνή του έσβησε και επέστρεψε το μικρόφωνο».
Κατάφερε να αρθρώσει μόνο μία πρόταση, αλλά πρόλαβε να δώσει σε αυτή την ομάδα το όνομα με το οποίο θα έμενε στην Ιστορία. Έκτοτε η Εθνική Αργεντινής είναι «Los Caras Sucias» (τα «Λερωμένα Πρόσωπα»). Παράλληλα όμως απέδιδε ευσύνοπτα το πνεύμα του αργεντίνικου ποδοσφαίρου εκείνης της εποχής. Όλοι είχαν καταλάβει σε ποιους αναφερόταν ο Βάιρο. Η επιθετική πεντάδα των Ομάρ Ορέστες Κορμπάτα, Ουμπέρτο Μάστσιο, Αντόνιο Ανχελίγιο, Ομάρ Σίβορι και Οσβάλντο Κρους ήταν συγκλονιστική καθ’ όλη τη διάρκεια του τουρνουά, παρουσιάζοντας ένα επιδέξιο, αψεγάδιαστο ποδόσφαιρο, χάρμα ιδέσθαι για τους θεατές. Ήταν «los ángeles con caras sucias», δηλαδή «οι άγγελοι με τα βρόμικα πρόσωπα»· ο ιδανικός χαρακτηρισμός για τους πέντε παίκτες που είχαν οδηγήσει την Αργεντινή στο πρωτάθλημα της Νότιας Αμερικής, αλλά και μια ωδή στην κινηματογραφική ταινία του 1938 «Angels with Dirty Faces», με πρωταγωνιστές τους Τζέιμς Κάγκνεϊ και Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ που υποδύονταν πρόσωπα του υποκόσμου που μεγάλωσαν σε φτωχογειτονιές.
