Στάλε Σόλμπακεν: Ο άνθρωπος που νίκησε τον θάνατο και οδήγησε τη Νορβηγία στο όνειρο

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Λίγοι προπονητές στο Παγκόσμιο Κύπελλο κουβαλούν μια ιστορία ζωής τόσο συγκλονιστική όσο ο Στάλε Σόλμπακεν. Ο άνθρωπος που οδήγησε τη Νορβηγία στην επιστροφή της σε τελική φάση Μουντιάλ ύστερα από 28 χρόνια δεν είναι απλώς ένας επιτυχημένος τεχνικός. Είναι ένας άνθρωπος που πριν από 25 χρόνια νίκησε τον θάνατο και από τότε αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο με μια εντελώς διαφορετική οπτική.

Η πιο χαρακτηριστική στιγμή της φετινής πορείας της Νορβηγίας ήρθε μετά τη δραματική νίκη με 3-2 επί της Σενεγάλης, αποτέλεσμα που εξασφάλισε την πρόκριση στα νοκ άουτ. Αντί να πανηγυρίσει με τους συνεργάτες ή τους παίκτες του, ο Σόλμπακεν ανέβηκε αυθόρμητα στην εξέδρα για να αγκαλιάσει και να φιλήσει τη σύζυγό του, Άνικεν, με την οποία πορεύεται στη ζωή εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Η εικόνα έγινε αμέσως viral και αποτύπωσε τη συγκίνηση μιας ολόκληρης χώρας, που περίμενε σχεδόν τρεις δεκαετίες για να επιστρέψει στο κορυφαίο ποδοσφαιρικό ραντεβού. Κόντρα στην επική πρόκριση απέναντι στη Βραζιλία απλά σήκωσε τη γροθιά του!

Πίσω από αυτή τη συγκινητική στιγμή κρύβεται μια ζωή γεμάτη δοκιμασίες. Η 13η Μαρτίου 2001 σημάδεψε για πάντα τη ζωή του. Σε ηλικία μόλις 33 ετών και ενώ αγωνιζόταν ως αρχηγός της Κοπεγχάγης, ο Σόλμπακεν κατέρρευσε ξαφνικά κατά τη διάρκεια της προπόνησης ύστερα από καρδιακή προσβολή. Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά και για επτά ολόκληρα λεπτά ήταν κλινικά νεκρός.

Εκείνα τα δραματικά λεπτά αποδείχθηκαν καθοριστικά. Ο γιατρός της ομάδας, Φρανκ Όντγκααρντ, άρχισε αμέσως καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση, κάνοντας αδιάκοπες μαλάξεις στην καρδιά του, την ώρα που οι συμπαίκτες του παρακολουθούσαν σοκαρισμένοι, πιστεύοντας πως τον είχαν χάσει. Η επιμονή των γιατρών απέδωσε καρπούς και η καρδιά του άρχισε ξανά να λειτουργεί.

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για περισσότερες από 26 ώρες σε μηχανική υποστήριξη, χωρίς να έχει ανακτήσει τις αισθήσεις του. Για την οικογένειά του ακολούθησαν οι πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους. Οι γονείς του ταξίδεψαν άμεσα στη Δανία, με τη μητέρα του να έχει αποκαλύψει αργότερα πως, κατά τη διάρκεια της πτήσης, προσπαθούσε να διαχειριστεί ακόμη και την πιθανότητα της κηδείας του. Οι γιατροί δεν γνώριζαν αν θα επιβιώσει, ενώ υπήρχε και ο φόβος ότι, ακόμη κι αν ζούσε, θα είχε υποστεί σοβαρή εγκεφαλική βλάβη λόγω της πολύλεπτης διακοπής της καρδιακής λειτουργίας.

Ο ίδιος θυμάται εκείνη τη στιγμή πολύ διαφορετικά. «Για μένα ήταν σαν να έσβησαν τα φώτα. Δεν ένιωσα τίποτα. Η οικογένειά μου ήταν αυτή που βίωσε τον πραγματικό εφιάλτη», έχει εξομολογηθεί σε συνεντεύξεις του.

Οι εξετάσεις αποκάλυψαν πως έπασχε από συγγενή καρδιοπάθεια, μια πάθηση που δεν είχε διαγνωστεί ποτέ όσο αγωνιζόταν σε υψηλό επίπεδο. Η ζωή του σώθηκε, όμως η ποδοσφαιρική του καριέρα ολοκληρώθηκε άδοξα. Αναγκάστηκε να αποσυρθεί οριστικά από την ενεργό δράση και να ζήσει με βηματοδότη.

Η εμπειρία αυτή άλλαξε ολοκληρωτικά τη φιλοσοφία του. «Μετά από κάτι τέτοιο καταλαβαίνεις τι πραγματικά έχει σημασία. Δίνω τα πάντα στη δουλειά μου, όμως γνωρίζω ότι υπάρχουν πολύ σημαντικότερα πράγματα από το ποδόσφαιρο», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι η εμπειρία αυτή άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπει τη ζωή. «Για μένα ήταν σαν να έσβησαν τα φώτα. Δεν κατάλαβα τίποτα. Η οικογένειά μου ήταν εκείνη που πέρασε τον πραγματικό εφιάλτη», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά, αποκαλύπτοντας πως η μητέρα του, πετώντας εσπευσμένα για τη Δανία, είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται ακόμη και την κηδεία του.

Η προπονητική αποτέλεσε το νέο του ξεκίνημα. Αφού εργάστηκε στις μικρές εθνικές ομάδες της Νορβηγίας, ανέλαβε τη ΧαμΚαμ και στη συνέχεια επέστρεψε στην Κοπεγχάγη, όπου δημιούργησε μια μικρή αυτοκρατορία. Κατέκτησε οκτώ πρωταθλήματα Δανίας συνολικά στις δύο θητείες του και οδήγησε τον σύλλογο σε ιστορικές ευρωπαϊκές επιτυχίες απέναντι σε μεγάλες ομάδες όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και ο Άγιαξ.

Η καριέρα του στην Αγγλία, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε ανάλογα. Ως ποδοσφαιριστής δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στη Γουίμπλεντον, ενώ το 2012 η θητεία του στον πάγκο της Γουλβς κράτησε μόλις λίγους μήνες. Οι ιδέες του δεν βρήκαν ανταπόκριση, τα αποτελέσματα δεν ήρθαν και αποχώρησε πρόωρα, σε μια συνεργασία που αποδείχθηκε λάθος τη λάθος στιγμή.

Το 2020 ανέλαβε την εθνική Νορβηγίας, γνωρίζοντας πως η αποστολή του μόνο εύκολη δεν θα ήταν. Η χώρα είχε συμπληρώσει δύο δεκαετίες μακριά από μεγάλες διοργανώσεις και, παρά την παρουσία παικτών όπως ο Έρλινγκ Χάαλαντ και ο Μάρτιν Οντεγκααρντ, συνέχιζε να αποτυγχάνει στις προκριματικές φάσεις. Ο Σόλμπακεν έθεσε δημόσια ακόμη και τη θέση του στη διάθεση της ομοσπονδίας, δηλώνοντας ότι θα αποχωρήσει αν δεν οδηγήσει την ομάδα στο Μουντιάλ του 2026.

Τελικά τα κατάφερε με εμφατικό τρόπο. Η Νορβηγία ολοκλήρωσε τα προκριματικά με οκτώ νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, αφήνοντας πίσω ακόμη και την Ιταλία, ενώ ο Χάαλαντ σημείωσε 16 γκολ, οδηγώντας την ομάδα στην επιστροφή της στην κορυφαία διοργάνωση του κόσμου.

Σήμερα, η Νορβηγία συγκαταλέγεται στις ευχάριστες εκπλήξεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου, είναι στα προημιτελικά και το όνειρο συνεχίζεται. Για τον Σόλμπακεν, όμως, η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι οι προκρίσεις ούτε τα τρόπαια. Είναι το γεγονός ότι, έχοντας βρεθεί κυριολεκτικά ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα πως το ποδόσφαιρο, όσο σημαντικό κι αν είναι, δεν αποτελεί ποτέ το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies