Πώς οι επιτήδειοι παγιδεύουν τα θύματά τους με τις τηλεφωνικές απάτες και αποσπούν περιουσίες – Η υπόθεση με τα 38 κιλά χρυσού
Σε μια τηλεφωνική συνομιλία που μπορεί να διαρκέσει ώρες, να προκαλέσει έντονο φόβο και να οδηγήσει στην απώλεια ολόκληρης περιουσίας βασίζεται η δράση πολλών κυκλωμάτων τηλεφωνικής εξαπάτησης. Οι επιτήδειοι εκμεταλλεύονται την ψυχολογική πίεση, αποσπούν σταδιακά κρίσιμες πληροφορίες και κατευθύνουν τα θύματά τους, συχνά ηλικιωμένους ανθρώπους, στην παράδοση χρημάτων και πολύτιμων αντικειμένων. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση κατά την οποία φέρεται να αφαιρέθηκαν 38 κιλά χρυσού, όπως περιέγραψε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, μιλώντας στην ΕΡΤ.
Σύμφωνα με την ίδια, στην προαναφερθείσα υπόθεση η επικοινωνία των δραστών με την παθούσα κράτησε τουλάχιστον τέσσερις ώρες. Η χρονική διάρκεια της κλήσης επιβεβαιώθηκε, όπως εξήγησε, από τον έλεγχο του τηλεφώνου της γυναίκας μετά την καταγγελία του περιστατικού.
«Για τέσσερις ώρες της αποσπούσαν πληροφορίες, προκαλώντας φόβο στα θύματα», ανέφερε η κ. Δημογλίδου, εξηγώντας ότι οι δράστες ασκούν έντονη ψυχολογική πίεση, ιδίως σε ηλικιωμένους. Στόχος τους είναι να πείσουν τα θύματα ότι απειλούνται τα περιουσιακά τους στοιχεία, ώστε εκείνα, υπό το βάρος της αγωνίας και του πανικού, να συμμορφωθούν με τις οδηγίες που τους δίνουν.
Γιατί είναι κρίσιμη η άμεση καταγγελία στην Αστυνομία
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. στον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι να ενημερωθούν οι Αρχές για μια απάτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η καταγγελία υποβλήθηκε περίπου ένα 24ωρο μετά το περιστατικό, καθυστέρηση που περιόρισε τις δυνατότητες άμεσης κινητοποίησης των αστυνομικών.
Όπως εξήγησε, εάν η Αστυνομία είχε ειδοποιηθεί νωρίτερα, θα μπορούσε να ενεργήσει άμεσα για τον εντοπισμό των εμπλεκομένων στην ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε, η μεταφορά μιας τόσο μεγάλης ποσότητας χρυσού δεν είναι εύκολη υπόθεση, γεγονός που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο των ερευνών.
Πώς οι απατεώνες μαθαίνουν τι περιουσία διαθέτουν τα θύματά τους
Ένα από τα ζητήματα που εξετάστηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης ήταν εάν τα κυκλώματα διαθέτουν συνεργούς οι οποίοι τους μεταφέρουν εκ των προτέρων πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση των ανθρώπων που στοχοποιούν.
Η κ. Δημογλίδου διευκρίνισε ότι, σε αρκετές υποθέσεις, η έρευνα δείχνει πως οι ίδιοι οι παθόντες αποκαλύπτουν άθελά τους τα στοιχεία που χρειάζονται οι απατεώνες. Οι πληροφορίες συγκεντρώνονται σταδιακά, μέσα από πολύωρες τηλεφωνικές συνομιλίες, κατά τις οποίες οι δράστες επιχειρούν να διαπιστώσουν εάν υπάρχουν μετρητά ή κοσμήματα στην κατοικία, εάν το θύμα βρίσκεται μόνο του και εάν άλλα μέλη της οικογένειας είναι παρόντα.
Με αυτόν τον τρόπο, οι επιτήδειοι αποκτούν εικόνα για τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε σπίτι και προσαρμόζουν ανάλογα τη μέθοδο προσέγγισης που ακολουθούν.
Οι μαζικές κλήσεις και η στοχευμένη δράση των κυκλωμάτων
Τις διαφορετικές πρακτικές που ακολουθούν οι ομάδες των απατεώνων ανέδειξε και ο καθηγητής Εγκληματολογίας και δικηγόρος Παναγιώτης Παπαϊωάννου. Όπως επισημάνθηκε, ορισμένα κυκλώματα πραγματοποιούν μαζικές τηλεφωνικές κλήσεις σε συγκεκριμένες περιοχές, προσπαθώντας να εντοπίσουν ανθρώπους που θα ανταποκριθούν στο πρόσχημα που χρησιμοποιούν.
Σε άλλες περιπτώσεις, η δράση τους μπορεί να είναι περισσότερο οργανωμένη και στοχευμένη, με την επιλογή συγκεκριμένων προσώπων βάσει πληροφοριών που έχουν συγκεντρωθεί σε προγενέστερο χρόνο. Η διαφορά αυτή καθιστά σημαντική τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι δράστες αποκτούν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και πληροφορίες για τα υποψήφια θύματά τους.
Παράλληλα, υπάρχουν κυκλώματα που συντονίζουν τη δράση τους από απόσταση, ακόμη και από το εξωτερικό. Η συγκεκριμένη πρακτική μπορεί να δυσκολεύει τις αστυνομικές έρευνες, καθώς οι Αρχές καλούνται να εντοπίσουν όχι μόνο τους φυσικούς αυτουργούς, αλλά και τις σχέσεις και τις διασυνδέσεις μεταξύ των εμπλεκομένων. Για την εξάρθρωση τέτοιων οργανωμένων ομάδων, καθοριστικής σημασίας είναι η εξακρίβωση της προέλευσης των πληροφοριών που αξιοποιούνται στις απάτες.
Οι δράστες που συλλαμβάνονται και εμπλέκονται ξανά σε απάτες
Η επανεμφάνιση των ίδιων προσώπων σε διαφορετικές υποθέσεις αποτελεί ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί τις αστυνομικές Αρχές. Όπως ανέφερε η κ. Δημογλίδου, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις στις οποίες άτομα που συνδέονται με απάτες εμπλέκονται ξανά σε παρόμοια περιστατικά.
Ειδικότερα, όταν δεν αποφασίζεται η προσωρινή κράτηση ενός δράστη, είναι πιθανό να εντοπιστεί ακόμη και την επόμενη ημέρα σε νέα υπόθεση. Αυτή μπορεί να αφορά είτε απόπειρα εξαπάτησης είτε απάτη που έχει ήδη ολοκληρωθεί, γεγονός που αναδεικνύει τη δυσκολία περιορισμού της επαναλαμβανόμενης εγκληματικής δραστηριότητας.
Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις και την ενημέρωση των πολιτών, τα κυκλώματα εξακολουθούν να βρίσκουν ανθρώπους που πέφτουν στην παγίδα τους. Οι δράστες χρησιμοποιούν παρόμοια προσχήματα και επενδύουν στην ψυχολογική πίεση, προσαρμόζοντας τις κινήσεις τους στις αντιδράσεις των θυμάτων.
Οι πρωτοβουλίες ενημέρωσης για την προστασία των πολιτών
Στην προσπάθεια περιορισμού του φαινομένου, η ΕΛ.ΑΣ. έχει προχωρήσει σε επαφές με εκπροσώπους εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, αλλά και με εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας και τον ΔΕΔΔΗΕ. Όπως εξήγησε η κ. Δημογλίδου, επιδίωξη είναι να ενισχυθεί η ενημέρωση του κοινού σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι και τους κινδύνους που κρύβουν οι συγκεκριμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες.
Επιπλέον, πραγματοποιούνται ενημερωτικές δράσεις σε συνεργασία με δήμους, ενώ διοργανώνονται ομιλίες και σε Κέντρα Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων (ΚΑΠΗ). Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην ενημέρωση των μεγαλύτερων σε ηλικία πολιτών, οι οποίοι συχνά αποτελούν στόχο των κυκλωμάτων.
Η αυστηροποίηση των ποινών και η ανάγκη εξάρθρωσης των οργανωμένων ομάδων
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και το ενδεχόμενο αυστηρότερων ποινών για όσους συμμετέχουν σε τηλεφωνικές απάτες. Η κ. Δημογλίδου ανέφερε ότι η Ελληνική Αστυνομία έχει καταθέσει σχετική πρόταση, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία της πρόληψης και της συστηματικής ενημέρωσης του κοινού.
Από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου επισήμανε ότι η αυστηροποίηση του ποινικού πλαισίου δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Όπως σημείωσε, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να συγκεντρώνονται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και να εξαρθρώνονται τα κυκλώματα ως οργανωμένες ομάδες, αντί να περιορίζονται οι έρευνες στη σύλληψη μεμονωμένων προσώπων χωρίς να έχουν αποσαφηνιστεί οι ευρύτερες διασυνδέσεις τους.
Η πλήρης διερεύνηση της δραστηριότητας όλων των εμπλεκομένων μπορεί να συμβάλει στην απόδοση των ευθυνών και να επιτρέψει στις δικαστικές Αρχές να αξιολογήσουν συνολικά τα δεδομένα κάθε υπόθεσης.
