Στις 7 Απριλίου 1999, Μεγάλη Τετάρτη, μέσα στη βαριά σκιά του πολέμου, γράφτηκε μία από τις πιο φωτεινές στιγμές του αθλητισμού. Η ΑΕΚ τόλμησε το αδιανόητο: ταξίδεψε στο βομβαρδιζόμενο Βελιγράδι για να αντιμετωπίσει την Παρτιζάν, όχι για το αποτέλεσμα, αλλά για κάτι βαθύτερο για να υπενθυμίσει ότι η ανθρωπιά δεν υποχωρεί μπροστά στον φόβο.
Μια ομάδα με ρίζες στον ξεριζωμό δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορη στον πόνο ενός άλλου λαού. Παρά τις πιέσεις και τις αντιδράσεις, το ταξίδι έγινε. Μέσα από δρόμους αβέβαιους, με συνοδεία ανθρώπων κάθε ιδιότητας – φιλάθλων, δημοσιογράφων, προσωπικοτήτων – η αποστολή έφτασε σε μια πόλη που ζούσε υπό τον ήχο των σειρήνων και των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ.
Η υποδοχή δεν ήταν απλώς θερμή, ήταν συγκλονιστική. Στα πρόσωπα των κατοίκων καθρεφτιζόταν ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Ψωμί και αλάτι, σημαίες, δάκρυα, μια σιωπηλή γλώσσα αλληλεγγύης που ξεπερνούσε σύνορα και πολιτικές.
Όταν οι δύο ομάδες μπήκαν μαζί στον αγωνιστικό χώρο, κρατώντας πανό ενάντια στον πόλεμο, το ποδόσφαιρο έπαψε να είναι παιχνίδι. Έγινε πράξη αντίστασης. Στο ημίχρονο, μια ελιά από την Αρχαία Ολυμπία φυτεύτηκε συμβολικά, ριζώνοντας την ελπίδα μέσα στο σκοτάδι.
Το φιλικό της ΑΕΚ με την Παρτιζάν βρισκόταν στο 68ο λεπτό με το σκορ στο 1-1 από τα τέρματα των Κέζμαν και Ζουμπούλη όταν ξαφνικά ο αγώνας οδηγήθηκε σε διακοπή. Όχι, δεν είχε συμβεί κάτι άσχημο. Το αντίθετο. Οι οπαδοί από τις εξέδρες είχαν μπει στον αγωνιστικό χώρο και κατευθύνθηκαν προς τους παίκτες των δύο ομάδων αγκαλιάζοντας τους και ευχαριστώντας τους ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ για τη στήριξη και την αλληλεγγύη τους.
Παρτιζάν (Λιούμπισα Τουμπάκοβιτς): Νταμιάνοβιτς, Κράσοβιτς, Σάβιτς, Σανόγεβιτς, Στογιάνοβιτς, Βούκοβιτς, Ιλιτς, Ιβιτς, Μπιέκοβιτς, Τόμιτς, Κέζμαν
ΑΕΚ (Όλεγκ Μπλαχίν): Ατματσίδης (29’ Μιχαηλίδης – 40’ Κουρκούνας), Κοπιτσής (40’ Κωστένογλου), Μπαμπούνσκι (42’ Καψής) Καλιτζάκης, Τσέκολι (46’ Ζήκος), Κατσαβός, Σαβέβσκι (32’ Κασάπης), Μαλαδένης, Μιλοβάνοβιτς, Ζουμπούλης, Νικολαΐδης
