Mε σπάνιες φωτογραφίες του Μπουασονά ανοίγει το Αλκαζάρ στη Θεσσαλονίκη – Τον Οκτώβρη, μετά από 40 χρόνια σε σκαλωσιές

Ύστερα από σχεδόν 40 χρόνια, το Αλκαζάρ παραδίδεται τον Οκτώβριο στη Θεσσαλονίκη με νέα ζωή. Η διευθύντρια του MOMUS, Φανή Τσατσάια, αποκαλύπτει στο iefimerida το σχέδιο για το ιστορικό μνημείο και την πρώτη έκθεση, με σπάνιες, ανέκδοτες εικόνες της πόλης από το αρχείο του Φρεντ Μπουασονά.

Το 1913 ο Φρεντ Μπουασονά φτάνει με τη φωτογραφική μηχανή του σε μια Θεσσαλονίκη που μόλις έχει αλλάξει χώρα, αλλά όχι ακόμη πρόσωπο. Όταν επιστρέφει έξι χρόνια αργότερα, το 1919, τίποτε δεν είναι ακριβώς ίδιο. Ανάμεσα στις δύο επισκέψεις του έχουν μεσολαβήσει ένας Παγκόσμιος Πόλεμος και η πυρκαγιά του 1917, που έχει σαρώσει το ιστορικό κέντρο, αφήνοντας πίσω της μια πόλη η οποία καλείται σχεδόν να ξανασχεδιάσει τον εαυτό της.

Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, αυτές οι δύο Θεσσαλονίκες του Μπουασονά θα επιστρέψουν στο κέντρο της σημερινής πόλης, μέσα σε ένα κτίριο που κουβαλά πάνω του τις δικές του διαδοχικές ζωές.

Βέβαια, η μεγάλη είδηση βρίσκεται στο ίδιο το κτίριο: το Χαμζά Μπέη, το Αλκαζάρ της συλλογικής μνήμης των Θεσσαλονικέων, αποκαλύφθηκε επιτέλους μετά την ολοκλήρωση της αποκατάστασής του και μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου θα ανοίξει επισήμως.

Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης του ιστορικού μνημείου Χαμζά Μπέη (Αλκαζάρ) στη Θεσσαλονίκη / (ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ)

Ένα μνημείο που για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες παρέμενε πίσω από σκαλωσιές -δύο γενιές Θεσσαλονικέων, όπως χαρακτηριστικά είπε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, δεν το είχαν δει χωρίς αυτές- δεν επιστρέφει απλώς αποκατεστημένο. Αποκτά νέα χρήση, νέα καθημερινότητα και έναν ενεργό ρόλο στον πολιτιστικό χάρτη της Θεσσαλονίκης, καθώς για τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του θα φιλοξενεί εκθέσεις μέσα από τη συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης με το MOMUS, τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης..

Έξι αιώνες Θεσσαλονίκης μέσα σε ένα κτίριο

Το Χαμζά Μπέη χτίστηκε τον 15ο αιώνα και αποτελεί το παλαιότερο ισλαμικό τέμενος που οικοδομήθηκε στην πόλη. Στους αιώνες που ακολούθησαν γνώρισε επεμβάσεις, προσθήκες και διαφορετικές χρήσεις, για να περάσει στη νεότερη μνήμη των Θεσσαλονικέων ως «Αλκαζάρ», από τον κινηματογράφο που λειτούργησε εκεί. Η ίδια η επιβίωση του ονόματος μαρτυρά πολλά για τον τρόπο με τον οποίο ένα μνημείο μπορεί να εγκαταλείπει την αρχική λειτουργία του αλλά να συνεχίζει να κατοικεί στη ζωή μιας πόλης.

Η αποκατάστασή του υπήρξε ένα εξαιρετικά σύνθετο έργο, ιδιαίτερα για λόγους στατικότητας. Ολοκληρώθηκε μέσα σε περίπου δύο χρόνια από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Κατά την παρουσίαση του αποκατεστημένου μνημείου, η Λίνα Μενδώνη μίλησε για μια «ημέρα ιδιαίτερης χαράς», καθώς η Θεσσαλονίκη παίρνει πίσω «ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας της», επισημαίνοντας ότι οι σκαλωσιές είχαν για περισσότερο από τρεις δεκαετίες γίνει σχεδόν αναπόσπαστο μέρος της εικόνας του Αλκαζάρ. Στόχος είναι  να μετατραπεί το μνημείο σε έναν χώρο όπου το παρελθόν της Θεσσαλονίκης θα συναντά τη σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή.

Τι σημαίνει το Αλκαζάρ για το MOMUS

Για το MOMUS η προσθήκη του Αλκαζάρ στη «φαρέτρα» των χώρων όπου θα αναπτύσσει εκθεσιακή δραστηριότητα ανοίγει μια εντελώς διαφορετική δυνατότητα. Δεν πρόκειται για μια ακόμη μουσειακή αίθουσα, αλλά για έναν χώρο με τόσο ισχυρή ταυτότητα ώστε κάθε έκθεση που θα περνά το κατώφλι του θα πρέπει αναγκαστικά να αναμετριέται μαζί της.

«Η προσθήκη του Χαμζά Μπέη – Αλκαζάρ στους χώρους του MOMUS αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, καθώς μας δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουμε την εκθεσιακή και πολιτιστική μας δραστηριότητα σε έναν χώρο με εξαιρετικά ισχυρό ιστορικό και αρχιτεκτονικό αποτύπωμα», λέει στο iefimerida η Φανή Τσατσάια, γενική διευθύντρια του MOMUS.

Και στέκεται ακριβώς σε αυτή την ιδιαιτερότητα: το MOMUS δεν αποκτά απλώς έναν επιπλέον εκθεσιακό χώρο, αλλά εισέρχεται σε ένα μνημείο στο οποίο η ίδια η ιστορία της Θεσσαλονίκης έχει αφήσει διαδοχικά τα ίχνη της.

«Πρόκειται για το παλαιότερο ισλαμικό χώρο λατρείας που κτίστηκε στη Θεσσαλονίκη, με μια μακρά και σύνθετη ιστορία που συνδέεται άμεσα με τις διαφορετικές φάσεις της πόλης και τις μεταμορφώσεις της μέσα στους αιώνες. Άλλωστε η ιστορία και η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν σταματούν μέσα στο χρόνο ούτε διακόπτονται από φάσεις που μόνο, επιστημονικά, τους ιστορικούς τούς βοηθούν να μελετάνε καλύτερα όλα όσα διαδραματίζονται ανά τους αιώνες. Η ανθρώπινη καλλιτεχνική παραγωγή είναι αδιάλειπτη ανά τους αιώνες και πόσο μάλλον μέσα σε μια πόλη, όπως η Θεσσαλονίκη».

Αυτή η ιδέα της συνέχειας είναι κομβική για τον τρόπο με τον οποίο το MOMUS βλέπει το Αλκαζάρ. Δεν πρόκειται να απομονώσει μία περίοδο της ζωής του ως τη μοναδική «αυθεντική», αλλά να αντιμετωπίσει το ίδιο το κτίριο ως αποτέλεσμα των αλλεπάλληλων ιστορικών μετασχηματισμών του.

«Το ίδιο το μνημείο είναι, λοιπόν, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτύπωσης της αδιάκοπης ιστορίας της πόλης της Θεσσαλονίκης. Στο Χαμζά Μπέη – Αλκαζάρ έχουμε τη δυνατότητα να “διαβάσουμε” και να μιλήσουμε για αιώνες πολιτισμού και κοινωνικής εξέλιξης, από την οθωμανική περίοδο και τις διαδοχικές αρχιτεκτονικές του επεμβάσεις, μέχρι τη μετατροπή του σε κινηματογράφο και, στη συνέχεια, την αποκατάσταση και επανένταξή του στον σύγχρονο αστικό ιστό».

Και κάπως έτσι προσδιορίζεται και ο νέος ρόλος του οργανισμού μέσα στο μνημείο. «Το MOMUS, λοιπόν, σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης έχει την ευκαιρία να φέρει τον σύγχρονο πολιτισμό σε έναν τόπο που ήδη “μιλά” για την ιστορία, τη μνήμη και τις μεταμορφώσεις της Θεσσαλονίκης. Η αποκατάσταση του μνημείου και η απόδοσή του στους Θεσσαλονικείς σηματοδοτούν ακριβώς αυτή την επιστροφή ενός σημαντικού τοπόσημου στην καθημερινότητα της πόλης και τη δημιουργία ενός νέου πολιτιστικού χώρου, ανοιχτού στους κατοίκους και στους επισκέπτες».

Φωτογραφία του Φρεντ Μπουασονά από το πρώτα του ταξίδια στην Θεσσαλονίκη

Το Αλκαζάρ δεν θα είναι ένα «λευκό κουτί»

Η ίδια λογική καθορίζει και την εκθεσιακή στρατηγική των επόμενων χρόνων. Γιατί εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον επιμελητικό πρόβλημα: πώς εκθέτεις μέσα σε έναν χώρο ο οποίος δεν μπορεί ποτέ να εξαφανιστεί πίσω από την έκθεση;

Η κυρία Τσατσάια είναι σαφής ως προς αυτό: «Η εκθεσιακή στρατηγική για το Αλκαζάρ λαμβάνει υπόψη της μια βασική αρχή, ότι δεν είναι ένας ουδέτερος μουσειακός/εκθεσιακός χώρος, μέσα στο οποίο σχεδιάζονται και παρουσιάζονται εκθέσεις. Η ιστορία και η αρχιτεκτονική του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας επίσκεψης του χώρου».

Με άλλα λόγια, το Αλκαζάρ δεν πρόκειται να λειτουργήσει σαν ένα «λευκό κουτί» που κάθε φορά αδειάζει για να υποδεχθεί την επόμενη έκθεση. Το ίδιο το μνημείο θα παραμένει ένας από τους πρωταγωνιστές της.

«Επιπλέον, η ίδια η ιστορία του μνημείου προσφέρει ένα εξαιρετικά πλούσιο πεδίο αναφορών. Επομένως, αυτή η διαδοχή χρήσεων και καταγραφής διαφορετικών ιστορικών στρωμάτων είναι από μόνη της μια αφήγηση για τη Θεσσαλονίκη και αυτή θα είναι και η βασική μας αρχή. Σε αυτό το πλαίσιο, το εκθεσιακό πρόγραμμα μπορεί να συνομιλεί με ζητήματα όπως η μνήμη, η πόλη, οι ιστορικές μεταβάσεις, η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών και οι μετασχηματισμοί του αστικού τοπίου». Η πρώτη έκθεση είναι ουσιαστικά η πρώτη δοκιμή αυτής της αρχής στην πράξη.

Διαφημιστικό από την εποχή που λειτουργούσε κινηματογράφος στο Αλκαζάρ

Η πρώτη έκθεση: η Θεσσαλονίκη του 1913 και του 1919

Τον Οκτώβριο, μαζί με το άνοιγμα του μνημείου, το MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης θα παρουσιάσει φωτογραφικό υλικό του Fred Boissonnas από τη Θεσσαλονίκη του 1913 και του 1919. Ο Boissonnas, γεννημένος στη Γενεύη το 1858 σε οικογένεια φωτογράφων, πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα το 1903 και για περίπου τρεις δεκαετίες φωτογράφισε συστηματικά τον ελληνικό χώρο. Τα ταξίδια, οι εικόνες και τα φωτογραφικά λευκώματά του συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της εικόνας της σύγχρονης Ελλάδας στο εξωτερικό, ενώ το 1913 πραγματοποίησε μαζί με τον Daniel Baud-Bovy και τον Χρήστο Κάκαλο την ιστορική ανάβαση στον Όλυμπο.

Υπάρχει όμως και ένας πολύ συγκεκριμένος λόγος που το MOMUS μπορεί σήμερα να επιστρέψει σε βάθος σε αυτό το έργο. Το 2004 το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε το φωτογραφικό υλικό του Boissonnas που αφορά την Ελλάδα και τη Σερβία και το παρέδωσε στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης που ανήκει στο MOMUS. Το Αρχείο Fred Boissonnas περιλαμβάνει περίπου 13.000 τεκμήρια της περιόδου 1903-1935 -φωτογραφικές εκτυπώσεις, γυάλινες πλάκες, αρνητικά, βιβλία, ημερολόγια και αλληλογραφία- και αποτελεί έναν εξαιρετικά πλούσιο οπτικό χάρτη μιας χώρας που αλλάζει.

«Η πρώτη έκθεση που θα εγκαινιάσει ο Οργανισμός μας στο Αλκαζάρ θα είναι μέσα από το φωτογραφικό υλικό του Ελβετού φωτογράφου Fred Boissonnas και τη φωτογραφική αποτύπωση της Θεσσαλονίκης των ιστορικών τομών και μεταβάσεων του 1913 και του 1919», αποκαλύπτει η Φανή Τσατσάια. «Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Boissonnas βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη σε δύο εξαιρετικά κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της: το 1913, αμέσως μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος, και το 1919, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ευθύνη της πρώτης αυτής έκθεσης έχει αναλάβει το MOMUS-Μουσείο Φωτογραφίας και οι επιμελητές Αρετή Λεοπούλου, Αναπληρώτρια Καλλιτεχνική Διευθύντρια MOMUS-Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης / Θοδωρής Μάρκογλου, Ιστορικός της Τέχνης, Επιμελητής MOMUS».

Το ουσιαστικό εδώ δεν είναι μόνο τι βλέπουμε στις φωτογραφίες αλλά τι έχει συμβεί ανάμεσα στις δύο φωτογραφικές καταγραφές.

«Μέσα από το φωτογραφικό του έργο μπορούμε να δούμε όχι μόνο μνημεία και τοπία, αλλά μια πόλη που μετασχηματίζεται. Το 1913 ο Boissonnas καταγράφει μια Θεσσαλονίκη όπου η οθωμανική της φυσιογνωμία παραμένει ακόμη έντονη, ενώ το 1919 ο φακός του αποτυπώνει τις συνέπειες της πυρκαγιάς, τις αλλαγές στον αστικό ιστό και τις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονται. Οι φωτογραφίες του, επομένως, λειτουργούν ως πρωτογενείς ιστορικές πηγές και τεκμήρια της μνήμης μιας πόλης σε μετάβαση».

Και εδώ συναντιούνται τελικά οι δύο πρωταγωνιστές του εγχειρήματος: οι εικόνες μιας πόλης που μετασχηματίζεται και ένα μνημείο πάνω στο οποίο οι μετασχηματισμοί της ίδιας πόλης έχουν αφήσει τα ίχνη τους.

«Στην πρώτη λοιπόν αυτή παρουσίαση επιδιώκουμε όχι μια έκθεση που θα “τοποθετηθεί” μέσα στο Αλκαζάρ, αλλά που θα δώσει ερεθίσματα και εναύσματα να συνομιλήσει η έκθεση με το Μνημείο μέσα από την κοινή θεματική της ιστορικής συνέχειας και της μεταμόρφωσης της πόλης. Το ίδιο το Αλκαζάρ είναι ένα μνημείο που έχει αλλάξει χρήσεις, μορφές και σημασίες μέσα στον χρόνο· αντίστοιχα, οι φωτογραφίες του Boissonnas καταγράφουν μια Θεσσαλονίκη που επίσης βρίσκεται σε μια κρίσιμη διαδικασία μετασχηματισμού».

H πρόθεση δεν είναι να δημιουργηθεί απλώς μια νοσταλγική θέαση της Θεσσαλονίκης των αρχών του περασμένου αιώνα, αλλά να γίνει αισθητή η συνέχεια ανάμεσα στην πόλη των φωτογραφιών, το μνημείο και τον άνθρωπο που βρίσκεται σήμερα μέσα σε αυτό.

«Επίσης, πολύ σημαντικό για εμάς είναι οι επισκέπτες του Αλκαζάρ να αντιληφθούν τον χώρο ως αυτόνομο μνημείο αλλά και να αποκτήσουν και μια εικόνα της πόλης των αρχών του 20ού αιώνα μέσα από σπάνιο, ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό. Το ζητούμενο είναι ο επισκέπτης να μην δει απλώς φωτογραφίες μέσα σε ένα μνημείο, αλλά να αντιληφθεί τη σχέση ανάμεσα στον χώρο, τη μνήμη και την ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης, αλλά και της δικής του τελικά παρουσίας μέσα στην ιστορία αυτή».

Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες το Αλκαζάρ βρισκόταν στην καρδιά της Θεσσαλονίκης και συγχρόνως έμοιαζε να απουσιάζει από αυτήν, κρυμμένο πίσω από τις σκαλωσιές. Tώρα επιστρέφει ως ένας τόπος έτοιμος να αρχίσει την υπόλοιπη ζωή του, πλήρως κοινωνικοποιημένο.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies