Σαν επαγγελματική επιχείρηση δρούσε το κύκλωμα πειρατικής τηλεόρασης που εξαρθρώθηκε από την αστυνομία, καθώς διέθετε σχεδόν 86.000 συνδρομητές, ακόμη και στο εξωτερικό.
Πιο αναλυτικά, τα μέλη της οργάνωσης αποκτούσαν παράνομα πρόσβαση σε προστατευόμενο οπτικοακουστικό περιεχόμενο που διατίθεται νόμιμα από συνδρομητικές τηλεοπτικές πλατφόρμες και παρόχους υπηρεσιών streaming.
Ακολούθως, με τη χρήση εξειδικευμένου τεχνολογικού εξοπλισμού, λογισμικού και κατάλληλα διαμορφωμένων συστημάτων αποκωδικοποίησης, συγκέντρωναν το περιεχόμενο αυτό και το αναμετέδιδαν παράνομα μέσω διαδικτύου στους «συνδρομητές» τους, παρέχοντας πρόσβαση σε χιλιάδες τηλεοπτικά κανάλια, αθλητικές διοργανώσεις, κινηματογραφικές ταινίες, σειρές και λοιπό ψηφιακό περιεχόμενο σε τιμή πολύ χαμηλότερη από αυτή των νόμιμων συνδρομών.
Για την υποστήριξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας είχαν αναπτύξει εκτεταμένη δικτυακή υποδομή αποτελούμενη από διακομιστές, εγκατεστημένους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ χρησιμοποιούσαν ενδιάμεσους διακομιστές, υπηρεσίες εικονικών ιδιωτικών δικτύων (VPN), μηχανισμούς απόκρυψης της πραγματικής τοποθεσίας των συστημάτων τους, καθώς και συστηματική εναλλαγή διαδικτυακών διευθύνσεων και ονομάτων τομέων (domains), προκειμένου να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους και να παρακάμπτουν τα μέτρα αποκλεισμού που εφαρμόζονται από τις αρμόδιες Αρχές και τους νόμιμους παρόχους.
Παράλληλα, η οργάνωση διέθετε κεντρικό σύστημα διαχείρισης συνδρομητών, μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν η καταχώριση νέων πελατών, η ενεργοποίηση και ανανέωση συνδρομών, η διαχείριση των λογαριασμών χρηστών και η παρακολούθηση της λειτουργίας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Η δομή του κυκλώματος
Η δομή της εμφάνιζε χαρακτηριστικά επαγγελματικής επιχείρησης, καθώς τα μέλη της είχαν αναλάβει διακριτούς ρόλους, όπως η τεχνική διαχείριση της υποδομής, η τροφοδότηση και επικαιροποίηση του διαθέσιμου περιεχομένου, η διαχείριση των συνδρομητών, καθώς και η παροχή συνεχούς τεχνικής υποστήριξης για την αντιμετώπιση προβλημάτων και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της υπηρεσίας.
Η πρόσβαση των χρηστών στις παράνομα παρεχόμενες υπηρεσίες επιτυγχανόταν είτε μέσω ειδικά διαμορφωμένων συσκευών αποκωδικοποίησης που προμηθεύονταν από τα μέλη της οργάνωσης είτε μέσω εγκατάστασης εξειδικευμένων εφαρμογών σε «έξυπνες» τηλεοράσεις και άλλες συμβατές συσκευές. Για τον σκοπό αυτό παρέχονταν στους συνδρομητές ειδικοί σύνδεσμοι ενεργοποίησης και τεχνικές οδηγίες εγκατάστασης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν και την παραμετροποίηση του εξοπλισμού.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι η εγκληματική οργάνωση αξιοποιούσε πολυεθνική τεχνολογική υποδομή και παρείχε υπηρεσίες σε πελάτες εγκατεστημένους σε πλήθος χωρών, γεγονός που καταδεικνύει τον διεθνή χαρακτήρα της δραστηριότητάς της.
Η λειτουργία της στηριζόταν σε ένα εκτεταμένο δίκτυο τεχνολογικών μέσων και υπηρεσιών, το οποίο εξασφάλιζε τη συνεχή παροχή παράνομου περιεχομένου και τη διατήρηση της επιχειρησιακής της ικανότητας ακόμη και σε περιπτώσεις αποκλεισμών ή τεχνικών παρεμβάσεων. Μάλιστα, για να πετύχουν την αδιάλειπτη ροή των «υπηρεσιών» που παρείχαν, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης κατέβαλαν ποσό άνω των 280.000 ευρώ για πληρωμές σε υλικοτεχνική υποδομή.
Η διαχείριση των εσόδων
Παράλληλα, με την παράνομη διάθεση συνδρομητικών υπηρεσιών, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης είχαν αναπτύξει μηχανισμό διαχείρισης και διακίνησης των εσόδων που προέρχονταν από την εγκληματική τους δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη της προέλευσής τους και τη δυσχέρανση του οικονομικού τους εντοπισμού από τις αρμόδιες Αρχές.
Όπως προέκυψε από την ανάλυση των οικονομικών στοιχείων, χρησιμοποιούσαν πλήθος τραπεζικών λογαριασμών και μέσων πληρωμής τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, διοχετεύοντας χρηματικά ποσά μέσω διαδοχικών συναλλαγών σε διαφορετικές χώρες. Επιπλέον, αξιοποιούσαν υπηρεσίες ηλεκτρονικών πληρωμών, ψηφιακά πορτοφόλια, προπληρωμένα μέσα συναλλαγών και λοιπές εναλλακτικές μεθόδους μεταφοράς κεφαλαίων, ενώ μέρος των πληρωμών πραγματοποιούνταν απευθείας σε μετρητά από τους συνδρομητές των παράνομων υπηρεσιών.
Επίσης, διαπιστώθηκε ότι χρηματικά ποσά που προέρχονταν από την παράνομη δραστηριότητα χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη προσωπικών δαπανών, την πραγματοποίηση ταξιδιών, τη διαβίωση υψηλού κόστους, καθώς και για την απόκτηση κινητής και ακίνητης περιουσίας. Με τον τρόπο αυτό επιχειρούνταν η ενσωμάτωση των παράνομων εσόδων στη νόμιμη οικονομική δραστηριότητα και η απόκρυψη της πραγματικής προέλευσής τους.
Η συνολική οργάνωση, η εξειδίκευση των ρόλων των μελών, η διάρκεια δράσης, η τεχνολογική υποδομή που είχε αναπτυχθεί, το εύρος του πελατολογίου και η σημαντική οικονομική ωφέλεια που προέκυπτε από την παράνομη εκμετάλλευση προστατευόμενου περιεχομένου καταδεικνύουν τη συστηματική, επαγγελματική και διαρκή δράση της οργάνωσης στον τομέα της διαδικτυακής πειρατείας οπτικοακουστικού περιεχομένου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η βάση δεδομένων που εντοπίστηκε, εμφάνιζε περισσότερους από 86.000 πελάτες – τελικούς χρήστες, ενώ το συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης υπολογίζεται σε τουλάχιστον 7.000.000 ευρώ, με τη συνολική ζημία των νόμιμων παρόχων να εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 50.000.000 ευρώ.
Επιπλέον, από τον Εποπτεύοντα τη Δ.Α.Ο.Ε. Εισαγγελέα εκδόθηκαν 7 διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης διάθεσης ακινήτων περιουσιακών στοιχείων των συλληφθέντων.
