Η μπίρα του φετινού καλοκαιριού φέρει την υπογραφή ενός ελληνικού οργανισμού μουσείων – Η MOMUS Beer
Η MOMUS Contemporary Ale γεννήθηκε από τη συνάντηση ενός οργανισμού μουσείων στη Θεσσαλονίκη με μια μικροζυθοποιία της Καβάλας. Έχει αρώματα εσπεριδοειδών και τροπικών φρούτων, τέσσερις ετικέτες και μια ιστορία που ξεκινά από ένα ερώτημα σχεδόν παράδοξο: τι γεύση θα μπορούσε να έχει η σύγχρονη τέχνη;
Τα μουσεία εκδίδουν καταλόγους, σχεδιάζουν αντικείμενα, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και, όλο και συχνότερα, αναζητούν τρόπους να συνεχίσουν να υπάρχουν στη ζωή του επισκέπτη αφού εκείνος περάσει την πόρτα της εξόδου. Σπάνια, ωστόσο, φτιάχνουν τη δική τους μπίρα. Αυτό ακριβώς έκανε το MOMUS, ο Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης.
Δεν το έκανε τοποθετώντας απλώς το όνομα και το λογότυπό του πάνω σε ένα έτοιμο προϊόν, αλλά ξεκινώντας από την αρχή: από τη σύλληψη της ιδέας και τη συζήτηση για το τι θα μπορούσε να σημαίνει «σύγχρονο» στη ζυθοποίηση, έως τη συνταγή, το όνομα και τις τέσσερις ετικέτες της MOMUS Contemporary Ale. Πίσω από την απροσδόκητη αυτή κίνηση βρίσκεται ένας οργανισμός που αναζητά εντατικά, τολμηρά και μεθοδικά νέους τρόπους να φτάσει πέρα από το ήδη μυημένο κοινό του, να συναντήσει τον πολίτη στην καθημερινότητά του και να κάνει το όνομα MOMUS αναγνωρίσιμο πολύ μακρύτερα από τις αίθουσες των μουσείων του.
Θεσσαλονίκη – Καβάλα: οι δημιουργοί της MOMUS beer
Η ιδέα ανήκει στον Επαμεινώνδα Χριστοφιλόπουλο, πρόεδρο του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης, αυτού του ελληνικού αστερισμού μουσείων, συλλογών και αρχείων που εκτείνεται από τη Θεσσαλονίκη έως την Αθήνα και που φέτος είχε την ευθύνη δύο Μπιενάλε: είναι επίτροπος της ελληνικής συμμετοχής στη Μπιενάλε Βενετίας και ταυτόχρονα διοργάνωσε τη Μπιενάλε Θεσσαλονίκης. Προέκυψε μέσα από μία εκδήλωση όπου συνάντησε τους ανθρώπους της μικροζυθοποιίας MARMITA που εδρεύει στην Καβάλα.
Η πρώτη συνάντηση δεν περιστράφηκε γύρω από τις ποικιλίες του λυκίσκου, τα ποσοστά του αλκοόλ ή το χρώμα της ετικέτας. Ο Βαγγέλης Φάκας, συνιδρυτής της MARMITA, θυμάται ότι η συζήτηση με τον Επαμεινώνδα Χριστοφιλόπουλο άρχισε από την ίδια τη λέξη «σύγχρονο». Τι σημαίνει στη ζυθοποίηση; Μεταφράζεται σε μια απροσδόκητη γεύση, σε μια καινούργια τεχνική, σε ένα προϊόν που αρνείται να χωρέσει καθαρά σε μία κατηγορία; Και, τελικά, ποια μπίρα θα μπορούσε να φέρει το όνομα ενός μουσείου χωρίς να μοιάζει με διαφημιστικό τέχνασμα;
Η απάντηση βρέθηκε σε μια New Age Pale Ale, ένα νεότερο και αρκετά ελεύθερο παρακλάδι της craft σκηνής. Στο μπουκάλι, όμως, αναγράφεται Contemporary Ale: μια μικρή μετατόπιση ονόματος που φέρνει τη μπίρα πιο κοντά στο λεξιλόγιο του MOMUS και στην έννοια γύρω από την οποία γεννήθηκε.
Αργές ζυμώσεις, περισσότερος χρόνος
Η συνταγή στηρίζεται στους λυκίσκους Citra, Mosaic και Azacca, οι οποίοι δίνουν αρώματα lime, γκρέιπφρουτ και τροπικών φρούτων. Το αλκοόλ παραμένει χαμηλά, περίπου στο 4,5%-4,7%, το σώμα είναι ελαφρύ και η πικράδα εμφανίζεται στο τέλος χωρίς να καταλαμβάνει όλη τη γεύση.
Στη MARMITA χρησιμοποιούν τη φράση «low and slow» για να περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο δουλεύουν: αργές ζυμώσεις, χαμηλότερη ανθράκωση, χρόνος. «Δεν θέλουμε το εφέ του αναψυκτικού», λέει ο Φάκας. Η μικρότερη παρουσία διοξειδίου επιτρέπει στα αρώματα να ξεδιπλώνονται χωρίς εκείνη την επιθετική αίσθηση που συχνά σκεπάζει τη γεύση.
Η Contemporary Ale είναι επίσης μη παστεριωμένη και χρειάζεται να μένει μακριά από το φως και τη ζέστη, κατά προτίμηση στο ψυγείο. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για ένα προϊόν που σχεδιάστηκε για να τοποθετηθεί ως ντεκόρ σε κάποιο ράφι. Πρέπει να πίνεται.
Οι δημιουργοί της προτείνουν να την δοκιμάσουμε με σεβίτσε, ταρτάρ, ωμά ψάρια, θαλασσινά και καλοκαιρινές σαλάτες. Θα μπορούσε, ωστόσο, να σταθεί περίφημα και στο τραπέζι ενός νησιώτικου καφενείου, δίπλα σε ένα πιάτο τηγανητούς κολοκυθανθούς, ή μόνη της, αργά το απόγευμα. Το μουσείο μπορεί να έδωσε την αφορμή, αλλά η μπίρα δεν απαιτεί καμία θεωρητική εισαγωγή για να την πιεις.
Εκεί όπου η ταυτότητα του MOMUS γίνεται αμέσως ορατή είναι το μπουκάλι. Η Contemporary Ale κυκλοφορεί με τέσσερις διαφορετικές χρωματικές ετικέτες, σχεδιασμένες από τη δημιουργική ομάδα του οργανισμού πάνω στη νέα οπτική του ταυτότητα. Η βασική ιδέα είναι ότι η συνταγή θα μπορεί να παραμένει σταθερή, ενώ η εξωτερική όψη του μπουκαλιού θα ακολουθεί τη ζωή του μουσείου.
Οι επόμενες κινήσεις
Μια έκθεση, ένας καλλιτέχνης ή ένα μεγάλο πρότζεκτ του MOMus θα μπορούσαν να αποκτήσουν τη δική τους έκδοση, μετατρέποντας την ετικέτα σε έναν μικρό, φορητό εκθεσιακό χώρο. Ένα αντικείμενο περιορισμένης διάρκειας, το οποίο καταναλώνεται, συλλέγεται ή απλώς αφήνει πάνω στο τραπέζι έναν λεκέ από την υγρασία του παγωμένου γυαλιού.
Τα μουσεία διεθνώς έχουν καταλάβει εδώ και χρόνια ότι η εμπειρία τους δεν τελειώνει στην παρουσίαση μιας έκθεσης. Τα πωλητήριά τους λειτουργούν ως μικρά εργαστήρια design και πολιτιστικής κατανάλωσης, εκεί όπου ένα έργο, μια ιδέα ή μια ολόκληρη συλλογή μπορούν να περάσουν σε ένα βιβλίο, ένα ύφασμα, ένα χρηστικό αντικείμενο. Το MOMUS έχοντας ήδη κερδίσει το στοίχημα αυτό με τα ευφάνταστα πωλητήριά του, δοκιμάζει αυτή τη λογική και μέσα από κάτι πιο άμεσο και περισσότερο κοινωνικό: μια μπίρα που μπορεί να ταξιδέψει εκεί όπου το μουσείο δεν βρίσκεται, να μπει σε ένα ψυγείο, να ανοίξει σε μια παρέα, να εμφανιστεί σε ένα καλοκαιρινό τραπέζι.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
