H φρενίτιδα με τον Μπραντ Πιτ έφθειρε τον μύθο της Ύδρας; -Τζιρτζιλάκης και Ρέντουλας απαντούν και σχολιάζουν

Η Ύδρα έχτισε τον διεθνή της μύθο μέσα από σιωπηλές παρουσίες καλλιτεχνών. Η εμμονή με τον Μπραντ Πιτ έφερε στην επιφάνεια μια παράδοξη ένταση: τι συμβαίνει όταν ένα νησί που έμαθε να λειτουργεί αθόρυβα βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής; Ο καθηγητής Γιώργος Τζιρτζιλάκης και ο

διευθυντής του περιοδικού Γαστρονόμος της Καθημερινής, Άγγελος Ρέντουλας σχολιάζουν.

Όταν ο Λέοναρντ Κοέν έφτασε στην Ύδρα το 1960, έστειλε μια μικρή καρτ-ποστάλ στη μητέρα του. «Δεν ένιωσα κανένα πολιτισμικό σοκ», έγραφε. «Το αντίθετο. Όλα τα άλλα μέρη που είχα πάει ήταν ένα πολιτισμικό σοκ. Αυτό εδώ ήταν σπίτι». Η φράση αυτή συμπυκνώνει τον πυρήνα του υδραίικου μύθου. Η Ύδρα δεν ήταν εξωτική· ήταν οικεία. Δεν ήταν σοκ· ήταν επιστροφή, μια παράδοξη ενεργοποίηση της έννοιας του νόστου συντελείται εδώ.

Ο ίδιος θυμόταν πως «κάθε γωνία, κάθε εικόνα -ακόμη και αν την βλέπεις με την άκρη του ματιού- ήταν όμορφη, χωρίς να χρειάζεται να το λες στον εαυτό σου». Το φλιτζάνι «ήταν το φλιτζάνι που πάντα έψαχνες», το τραπέζι «εκείνο στο οποίο ήθελες να ακουμπήσεις», το κρασί «δέκα σεντς το γαλόνι – η τιμή που ήθελες να πληρώσεις».

Νοίκιασε σπίτι με 14 δολάρια τον μήνα, με ένα τραπέζι, δυο καρέκλες «σαν αυτές που ζωγράφισε ο Βαν Γκογκ», μια γραφομηχανή και μια καθημερινή τελετουργία: ξύπνημα νωρίς, δουλειά, θάλασσα, κρασί στο λιμάνι το σούρουπο, συζητήσεις γύρω από ένα μικρό τραπέζι με την αυστραλιανή παρέα των Johnsons, με τη Marianne Ihlen και τον Axel Jensen, με ζωγράφους και συγγραφείς που «δούλευαν σκληρά όλη μέρα και έπιναν και χόρευαν το βράδυ».

«Ήταν μια πολύ ελεύθερη ζωή. Ένιωθες πραγματικά ελεύθερος», έλεγε. Μια ελευθερία πειθαρχημένη. Όχι τουρίστες σε διακοπές, αλλά δημιουργοί σε εργασία. Ένας κύκλος ανθρώπων που ένιωθαν πως δεν ήταν ξένοι. «Οι άνθρωποι που συναντούσα, Έλληνες και ξένοι,  ήταν ακριβώς οι άνθρωποι με τους οποίους ένιωθα ότι έπρεπε να είμαι». Η Ύδρα ήταν αναπόφευκτη. «Ήμουν φτιαγμένος για να ζήσω εδώ».

Αυτή η αίσθηση, της αναπόφευκτης οικειότητας, είναι που εγκαθίδρυσε τον διεθνή της μύθο. Όχι κοσμικότητα, αλλά αίσθηση προορισμού. Όχι υπερέκθεση, αλλά συγκέντρωση. Και ακόμη και όταν οι ξένοι «ήταν απλώς ανεκτοί», όπως έλεγε ο Κοέν, «με έναν τρόπο ήμασταν η διασκέδαση των ντόπιων εκεί κάτω στο λιμάνι», η συνθήκη δεν άλλαζε: το νησί επέτρεπε την παρουσία, δεν την υπηρετούσε.

Αυτός ο μύθος της Ύδρας, χτισμένος μέσα από σιωπηλές παραμονές καλλιτεχνών, από τη μικρή κοινότητα του Λέοναρντ Κοέν στο λιμάνι μέχρι τους σύγχρονους κύκλους της τέχνης που συγκρότησε αργότερα ο Δάκης Ιωάννου στα Σφαγεία, δεν υπήρξε ποτέ θορυβώδης. Ίσως γι’ αυτό η ξαφνική φρενίτιδα που προκάλεσε η παρουσία του Μπραντ Πιτ γ, μοιάζει σχεδόν παράδοξη για ένα νησί που ιστορικά δεν λειτουργεί με όρους θεάματος. Η υπερέκθεση των μέσων, οι σκηνές συνωστισμού και η αίσθηση ενός στιγμιαίου πανικού γύρω από ένα διεθνές αστέρι φέρνουν στην επιφάνεια ένα παλιό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ένας τόπος που έχτισε τον μύθο του στη σιωπή και στη συγκέντρωση βρίσκεται ξαφνικά στο κέντρο μιας μαζικής, σχεδόν υστερικής προσοχής;

Σε αυτό το παράδοξο – ανάμεσα στον δαίμονα του τόπου και στον θόρυβο του θεάματος – επιχειρούν να τοποθετηθούν οι παρατηρήσεις του Γιώργου Τζιρτζιλάκη και του Άγγελου Ρέντουλα.

Η νεύρωση και ο δαίμονας του τόπου

«Με την περίπτωση του Μπραντ Πιτ φάνηκε πόσο εύκολα μπορεί να προκληθεί μια καταστροφή στο φαντασιακό του νησιού. Μια νεύρωση. Ένα απαράδεκτο γεγονός» λέει ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης.

Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και σύμβουλος του Δάκη Ιωάννη-ιδρυτή του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ-,  θεωρεί ότι η περίπτωση της Ύδρας είναι ιδιάζουσα και δεν μπορεί να διαβαστεί με απλοϊκούς όρους δημοσιότητας ή τουριστικής έξαρσης. «Η έκθεση του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ στα Σφαγεία της Ύδρας ξεκίνησε ουσιαστικά ως μια ιδέα», λέει. «Μια ιδέα του Δάκη Ιωάννου από τη δεκαετία του ’90: να δημιουργηθεί ένα καλλιτεχνικό γεγονός υψηλής σημασίας σε ένα νησί σχετικά κοντά στην Αθήνα, αλλά με ισχυρή ιδιαιτερότητα. Ήταν μια συνειδητή αντιστροφή του διπόλου περιφέρεια–πόλη. Να γίνουν μαζί αυτά τα δύο».

Η Ύδρα, εξηγεί, δεν υπήρξε ποτέ Σαντορίνη ή Μύκονος. «Πάντα είχε μια κρυφή δημοσιότητα. Μια πολυτέλεια κρυμμένη. Μια συνύπαρξη λαϊκού και διεθνούς στοιχείου. Υπήρχε ένας υποδόριος μύθος». Δεν ήταν το εξαιρετικό τοπίο του Αιγαίου με τη “μυθική” θάλασσα· ήταν ένα νησί με ιδιαίτερη συνθήκη, απέναντι από την Πελοπόννησο. Ένα νησί χωρίς αυτοκίνητα – κάτι που προέκυψε σχεδόν ως παράδοξο προνόμιο. Ένα νησί προστατευμένο αρχαιολογικά. «Η ιδέα να γίνεται ένα διεθνές πολιτιστικό γεγονός σε ένα τόσο μικρό νησί ήταν από μόνη της ένα παράδοξο».

Αυτή η ισορροπία, κατά τον Τζιρτζιλάκη, είναι το θεμελιακό πλεονέκτημα της Ύδρας. Όμως τα τελευταία χρόνια, ο υπερτουρισμός –που στην Ελλάδα έχει λάβει διαστάσεις γενικευμένου φαινομένου– άρχισε να δημιουργεί πιέσεις. «Με την περίπτωση του Μπραντ Πιτ φάνηκε πόσο εύκολα μπορεί να προκληθεί μια καταστροφή στο φαντασιακό του νησιού. Μια νεύρωση. Ένα απαράδεκτο γεγονός».

Μιλά για σκηνές πανικού, για μια κατάσταση υστερίας που ισοπεδώνει ανθρώπους και σχέσεις. «Δεν μπορούν να γυρίσουν το φιλμ με όσα συμβαίνουν. Είναι σαν ένα προανάκρουσμα της στιγμής όπου χάνονται οι ισορροπίες. Ένα φαινόμενο πανικού. Όπως κάθε συνθήκη πανικού, είναι ισοπεδωτικό». Περιγράφει την εικόνα ενός σταρ «που κοιτάει σαν χαμένος» μέσα σε έναν ψυχαναγκαστικό ενθουσιασμό που αγγίζει τα όρια της συλλογικής νεύρωσης.

Ωστόσο, δεν πιστεύει ότι αυτό θα έχει διάρκεια. «Θα εγγραφεί στο φαντασιακό κι αυτό είναι πάντα επικίνδυνο, γιατί το φαντασιακό μπορεί να γίνει μάστιγα. Αλλά η Ύδρα είναι από τα πιο ακριβά νησιά. Δεν πας για πλάκα. Υπάρχει μια δομή που δεν επιτρέπει την πλήρη ισοπέδωση».

Εκεί εισάγει κάτι σχεδόν μεταφυσικό: το genius loci, τον δαίμονα του τόπου. «Συνήθως, όταν κάτι συντρίβεται, ο τόπος αντιδρά. Οι πέτρες, οι βράχοι αντιδρούν. Υπάρχει ένας δαίμονας του τόπου που συγκρατεί. Δεν είναι πολιτιστικό γεγονός αυτό που ζούμε. Είναι νεύρωση. Ανήκει στον ψυχαναγκαστικό πανικό απέναντι στα είδωλα».

Για τον ίδιο, η Ύδρα έχει διατηρήσει με αξιοπρόσεκτο τρόπο την ισορροπία ελιτιστικού και λαϊκού στοιχείου. «Το πλεονέκτημα της Ύδρας είναι η ισορροπία. Είναι ένα τοπίο που σε κοιτάει, δεν το κοιτάς απλώς εσύ. Υπάρχει μια πολιτιστική συνέχεια». Ο κινηματογράφος, σημειώνει, είναι ένα διαφορετικό είδος παρέμβασης. Η ένταξή του σε αυτό το ευαίσθητο οικοσύστημα δεν είναι αυτονόητη.

Και κλείνει με μια σκέψη που μοιάζει περισσότερο με αίνιγμα παρά με διαπίστωση: «Με απασχολεί η ιδέα ότι στην Ύδρα υπάρχει κάτι που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει. Αυτή η συνύπαρξη λαϊκού και ελιτιστικού είναι μια ανεξευρεύνητη, κρυφή κατάσταση επιθυμίας. Κάτι που δεν έχουμε βρει ακόμη».

Η μετατόπιση και το φαινόμενο που διαρκεί όσο ένα ρέψιμο

«Πάω το Πάσχα στο κρεοπωλείο στο νησί να πάρω κατσίκι και δίπλα μου βρίσκεται ένας οριακά ρακένδυτος πρέσβης ή έναν τραπεζίτης από τη Γενεύη με τριμμένο μακό και ξεφτισμένα σανδάλια. Αυτός είναι ο τόνος του νησιού» λέει ο Άγγελος Ρέντουλας.

«Το παρατηρώ με οξύτητα το φαινόμενο», λέει ο Άγγελος Ρέντουλας, διευθυντής του περιοδικού Γαστρονόμος της Καθημερινής, Πειραιώτης με καταγωγή από την Ύδρα. «Με άλλους Υδραίους που το συζητάμε, υπάρχει μια ενόχληση για το φως που πέφτει ξαφνικά πάνω στο νησί, τη στιγμή που υπάρχουν τόσα πραγματικά προβλήματα – όχι μόνο εδώ, αλλά παντού. Ξαφνικά ασχολούμαστε με το πού έφαγε ο Πιτ, πού κατούρησε, αν ήταν ο ίδιος ή σωσίας του. Είναι μια μετατόπιση που δείχνει και το πώς λειτουργεί το σύστημα της προσοχής».

Δεν παραγνωρίζει ότι κάποιοι κερδίζουν. «Κάποιοι βγάζουν χρήματα. Δουλεύει λίγο το νησί, νοικιάζονται χώροι, παρέχονται υπηρεσίες. Ακούμε για μεροκάματα 200 ευρώ την ημέρα για κομπαρσιλίκι. Υπάρχει μια μικρή οικονομική κινητικότητα». Ωστόσο, επιμένει ότι οι άνθρωποι που αποτελούν την ψυχή της Ύδρας κινούνται ανάμεσα στην αδιαφορία και την ενόχληση για την έκταση που παίρνει το θέμα. «Μοιραία τα μίντια το ξεχειλώνουν μέχρι να περάσουμε στην επόμενη φάση».

Θα αυξήσει άραγε την τουριστική κίνηση το καλοκαίρι; «Ναι, μπορεί. Η φρενίτιδα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κάνει πιο ορατό ένα μέρος που δεν ήταν τόσο ορατό. Αλλά δεν θα βλάψει την ψυχή του νησιού». Οι ντόπιοι είναι διχασμένοι: «Οι μισοί που έχουν άμεσο όφελος από την τουριστική κίνηση θα πουν “καλώς να ορίσει”. Οι υπόλοιποι, πιο στο μετόπισθεν, αυτοί που δεν τους παίρνεις εύκολα πρέφα – οι υπερπλούσιοι που δεν φαίνονται – παραμένουν σιωπηλοί».

Και περιγράφει το ύφος της Ύδρας με μια εικόνα σχεδόν κινηματογραφική: «Πάω το Πάσχα στο κρεοπωλείο στο νησί να πάρω κατσίκι και δίπλα μου βρίσκεται ένας οριακά ρακένδυτος πρέσβης ή έναν τραπεζίτης από τη Γενεύη με τριμμένο μακό και ξεφτισμένα σανδάλια. Αυτός είναι ο τόνος του νησιού». Υπάρχει μια κινητικότητα, μια περιέργεια από τον μέσο Έλληνα που θα χαρεί όσο διαρκεί το θέμα, «όπως ένα ρέψιμο», όπως λέει χαρακτηριστικά ο  Άγγελος Ρέντουλας. «Δεν θα υπάρξει παραπάνω ενασχόληση. Δεν έχουμε τη φρενίτιδα του εξωτερικού. Ίσως γίνει λίγο πιο ορατή η Ύδρα ως επιλογή για ένα πιο έντονο τριήμερο. Όχι όμως τελικά επειδή πέρασε από εδώ ο Πιτ. Είναι ένα happening».

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies