Γκατούζο: Ο ήρωας της εθνικής και ο… αποδιοπομπαίος τράγος

Γκατούζο, λοιπόν: αυτή ήταν η εθνική ομάδα με τους Μπουφόν, Μαλντίνι, Κανναβαρό, Νέστα, Ινζάγκι, Ντελ Πιέρο. Hταν η εθνική των… ωραίων. Εκείνος, αντίθετα, δεν είχε τη… φινέτσα τους. Ήταν Νοέμβριος του 2000. Στα έντυπα τον φώναζαν ακόμα Ιβάν Τζενάρο Γκατούζο, κάποιες φορές “Ρίνγκιο” (“Αλλά μην με λέτε έτσι”, έλεγε), ήταν 22 ετών, καθαρό πρόσωπο, και κολλημένη λακ στο κεφάλι. Και ήταν η φωνή της νέας Ιταλίας, αυτής που αναζητούσε χώρους και ορίζοντες δόξας.

Στην πραγματικότητα απάντησε: «Είμαστε μια ποδοσφαιρική ομάδα και όχι μοντέλα. Δεν είναι ότι το συμβόλαιο το έκανε ο Αρμάνι. Αστειεύομαι, όμως, κέρδισα τη γαλανόλευκη φανέλα γιατί πάντα πίστευα σε αυτό και ξέρω ότι δεν θα είναι εύκολο να τη διατηρήσω».

Μόλις λίγες μέρες πριν, ο προπονητής της εποχής, Τζιοβάνι Τραπατόνι, τον είχε βάλει στην αρχική ενδεκάδα σε φιλικό με την Αγγλία. Ήταν η πρώτη φορά για αυτόν τον δυναμικό, θερμό και κοντοκομμένο μέσο. Γκατούζο εναντίον Μπέκαμ! Ο Ιβάν Τζενάρο σημείωσε και το καθοριστικό γκολ, 1-0. Η εφημερίδα Corriere della Sera τίτλαρε: «Ο Γκατούζο νικά τον Μπέκαμ». Τι εποχές. Και μετά έγραψαν: «Ο Τζενάρο Γκατούζο, δηλαδή η εκδίκηση του Made in Italy, είναι το σύμβολο της Ιταλίας που ανανεώνεται».

Ο Γκατούζο είχε «δαγκώσει» για την Ιταλία. Πρώτα με τις εθνικές κάτω των 18 και 21 και μετά με όλη εκείνη τη μανία που όλοι τα χρόνια μετά του αναγνώριζαν και επαινούσαν. Το 1995 είχε κερδίσει το αργυρό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα κάτω των 18, αλλά η πραγματική μοίρα του Γκατούζο θα εμφανιζόταν πέντε χρόνια μετά.

Το καλοκαίρι του 2000, η Εθνική U21 του Μάρκο «ο Ουρλιαχτός» Ταρντέλι κατέκτησε το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της κατηγορίας της, το τέταρτο στην ιστορία. Ο Πίρλο: δύο γκολ. Ο Γκατούζο: δεξιά σε ένα 3-4-1-2. Η ενδεκάδα ξεκινούσε έτσι: Άμπιατι, Γκράντονι, Ζάνκι, Τσιρίλο. Και μετά ο Ιβάν Τζενάρο Γκατούζο.

Μετά το 1-2 ενάντια στη Τσεχία, μίλησε κι εκείνος. «Τώρα πρέπει να βάψω τα μαλλιά μου, αλλά η κοπέλα που θα μου έφερνε τη βαφή δεν έχει φτάσει ακόμα». Τι εποχές. Ήταν οι καιροί που ένα χρωματιστό κεφάλι προκαλούσε αίσθηση, ήταν μια πράξη ανυπακοής, λίγο punk και λίγο παράνομη. Ίσως δεν το έδειχνε, αλλά και ο Γκατούζο ήταν έτσι. Στην απλότητά του, στο να είναι αυθεντικός, αυθόρμητος, χωρίς φόβο. Λίγο επαναστάτης, ικανός να ξεφεύγει από αδικίες όπως και από αντιπάλους.

Το 1997, ενώ η Ιταλία ήταν το κέντρο του ποδοσφαιρικού κόσμου, εκείνος ήθελε να παίξει στο εξωτερικό: στη Σκωτία. Πού, στη Σκωτία; Στη Ρέιντζερς; Μα μείνε εδώ, στην Πέρουτζια, η Ιταλία είναι υπέροχη. Εκείνος είπε όχι «Στη ζωή πρέπει να κάνεις θυσίες, τίποτα δεν σου χαρίζεται. Δεν προέρχομαι από εύπορη οικογένεια, ο πατέρας μου είναι ξυλουργός, δουλεύω και για εκείνους».

Τα μαθήματα αγγλικών του τα έκανε ο Πολ Γκασκόιν. «Πόσοι μπορούν να πουν ότι έχουν τέτοιο διερμηνέα;», αστειευόταν. Και πρόσθετε: «Δεν ήταν επιλογή ζωής, ήταν οικονομική επιλογή, τα λεφτά είναι σημαντικά, το έκανα για την καριέρα. Όμως, σε δύο ή τρία χρόνια θα ήθελα να επιστρέψω στην Ιταλία. Μάλιστα, αν μπορούσα, θα είχα μείνει».

Την εποχή εκείνη, η Ομοσπονδία είχε ξεσπάσει σε θυμό και είχε αποφασίσει να αντισταθεί στον αποχωρισμό αυτού του δυνατού Ιταλού ποδοσφαιριστή βασιζόμενη στο άρθρο 33 των εσωτερικών οργανωτικών κανονισμών της ομοσπονδίας, εκείνων που προστατεύουν την κατηγορία των νέων της Serie Α.

Επέστρεψε λίγα χρόνια μετά. Και σύντομα θα γινόταν γνώριμος της Ιταλίας, της εθνικής. Ο πρώτος που τον είχε προσέξει ήταν ο Ντίνο Τζοφ. Στην Παλέρμο, το 2000, η Ιταλία είχε ένα φιλικό με τη Σουηδία. Ήταν Φεβρουάριος. Έλειπαν πολλοί λόγω τραυματισμών, και καθώς υπήρχε η U21 στο Τραπάνι, ο Ντίνο Τζοφ τον κάλεσε.

Ο Τζοφ είπε: «Από τον Γκατούζο εκτιμώ την αγωνιστική του φόρτιση. Στο παιχνίδι φαίνεται να μαλώνει με όλους, αλλά στην πραγματικότητα δεν μαλώνει με κανέναν». Και ο Άλμπερτο Κόστα, σε ένα σχόλιο, θυμήθηκε ότι «ενημερωμένος για την κλήση του Τζοφ, φαίνεται πως ο Γκατούζο διέσχισε τρέχοντας τα πάνω από 100 χιλιόμετρα που χωρίζουν το Τραπάνι από το Παλέρμο, φωνάζοντας, προφανώς, το αναμενόμενο: “Η εθνική είναι ένα όνειρο”».

Η εθνική, ένα όνειρο στ’ αλήθεια. Με τον Τραπατόνι επέστρεψε ο μέσος και ο Γκατούζο, πια μέσα στο «σύστημα», είχε γίνει «ο Μπάνι του 2000». Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, στην Κορέα και την Ιαπωνία, ο Γκατούζο ήταν ήδη ένας καταξιωμένος πρωταθλητής με τη Μίλαν. Πρώτα μια αποκάλυψη, μετά ένας πυλώνας. Με την Ιταλία, ένας κομαντάντερ, ένας τσιμεντένιος τοίχος ακατανίκητος.

Πριν πετάξουν στην Ασία, όλοι πήγαν στον πρωθυπουργό: ήταν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Φωτογραφίες, τυπικά πράγματα. Ο Μπερλουσκόνι τράβηξε τα μαλλιά του Γκατούζο: «Τι μαλλιά είναι αυτά, μοιάζει σαν να τα έκανες σε κομμωτήριο στο Σέστο Σαν Τζιοβάνι». Οι κομμωτές της περιοχής θύμωσαν καλώντας τον Μπερλουσκόνι να ανακαλέσει ό,τι είπε.

Στο μεταξύ, η Ιταλία του Τραπ πήγαινε να παίξει κάτι μεγάλο στις χώρες της Ανατολής. Και φυσικά δεν μπορούσε να λείψει η διαμάχη γύρω από τον Ύμνο του Mameli. Διότι δεν ήταν όπως σήμερα που τον τραγουδούν όλοι. Λίγες μέρες πριν από τον πρώτο αγώνα με τον Εκουαδόρ, ο Γκατούζο εξέφρασε τη γνώμη του: «Το θέμα με τον ύμνο έγινε πολιτική υπόθεση και είναι λάθος, γιατί έχει εκμεταλλευτεί. Παίρνω στοίχημα όλα τα χρήματα που έχω ότι όλοι στην ομάδα γνωρίζουμε πολύ καλά τον ύμνο. Στο πούλμαν τον τραγουδάμε μαζί τρεις φορές την ημέρα».

Και τότε γιατί να μην τον τραγουδήσουν; «Είναι ζήτημα υπερηφάνειας. Τελικά αποφασίσαμε να γίνει έτσι. Δεν τραγουδιέται και εμείς δεν τον τραγουδάμε».

Στην πραγματικότητα, ο Γκατούζο πάντα τραγουδούσε τον ύμνο. Στο σύνολο των εμφανίσεών του με την «γαλανόλευκη» φτάνει τις 73 φορές, συν τις εθνικές ομάδες νέων, συμπεριλαμβανομένης της U21. Το 2004, για το Ευρωπαϊκό με τον προπονητή Ρομπέρτο Ντοναντόνι, ο Γκατούζο περίμενε ένα κορίτσι: τη Γκαμπριέλα. Και φυσικά, η Ιταλία ήταν και τότε φαβορί.

Γιατί θα κερδίσει η Ιταλία το Ευρωπαϊκό; «Δεν ξέρω αν θα κερδίσουμε, ε. Σίγουρα έχουμε ένα χρέος προς τους Ιταλούς: όλοι ξέρουν πώς τελείωσε το Μουντιάλ. Είμαστε κατά 80% οι ίδιοι παίκτες, μπορούμε να τα πάμε πολύ καλύτερα από ό,τι στην Κορέα».

Ο Γκατούζο ως ποδοσφαιριστής, και κυρίως ως παίκτης της Ιταλίας, έδινε πάντα το μέγιστο. Η συνήθειά του ήταν να φέρνει τον δικό του τρόπο, τις αξίες του, μέσα στα πράγματα της Ιταλίας.

Τη χρονιά του Ευρωπαϊκού στην Πορτογαλία, που η Ιταλία αποκλείστηκε από την πρώτη φάση, είχε ανοίξει το Ίδρυμά του στο Κοριλιάνο: «Θα φτιάξουμε ένα σπίτι για τους συνταξιούχους και τα φτωχά παιδιά. Κάθε φορά που επιστρέφω, βλέπω ότι τα προβλήματα είναι πάντα τα ίδια».

Γενναιόδωρος, αυστηρός, επίμονος: ο Γκατούζο ήταν πάντα έτσι με τη «γαλανόλευκη». Αλλά και τρυφερός. Δάκρυα που ο Γκατούζο δεν έκρυψε ποτέ, ούτε μετά την ήττα στη Ζένιτσα λίγες μέρες πριν. Και πότε θα σταματήσει; «Θα πάω με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου για ένα χρόνο στην Καραϊβική για να χαλαρώσω το μυαλό».

Το 2006, η χρονιά του Γκατούζο

Το 2006, τη χρονιά που η Ιταλία κατέκτησε το Μουντιάλ, ο Γκατούζο ήταν σύμβολο της γαλανόλευκης. Όσοι ήταν εκεί θα το θυμούνται: εκείνο το κεφάλι με κεφάλι με τον Μαρτσέλο Λίπι (και ο προπονητής που σχεδόν έχασε το σκελετό των γυαλιών του), τα μάτια να ξεφεύγουν από τις κόγχες, η ανεξέλεγκτη χαρά. Ο Λίπι, χρόνια αργότερα, θα αφηγηθεί πως τη νύχτα πριν από τον τελικό με τη Γαλλία κανείς δεν κοιμόταν: ο Γκατούζο περιφερόταν στους διαδρόμους, τεντωμένος σαν χορδή βιολιού. Η επιτυχία στα πέναλτι τον έκανε ήρωα της γαλανόλευκης φανέλας.

Αλλά εκείνη η χρονιά ήταν και η χρονιά των σκανδάλων, της Calciopoli, μιας Ιταλίας ποδοσφαιρικής που άρχιζε να ανακαλύπτει την αδυναμία και την αρρώστια της. Θα χρειάζονταν ακόμα χρόνια για να το καταλάβει κανείς. Αλλά όχι εκείνο το καλοκαίρι, που σημάδεψε την Ιταλία.

Λίγες μέρες μετά τον τελικό, ο Γκατούζο είπε: «Αν δεν υπήρχε το σκάνδαλο, δεν θα είχαμε κερδίσει το Μουντιάλ. Όλες οι ομάδες μας είχαν και έχουν προβλήματα με τη δικαιοσύνη του ποδοσφαίρου, δώσαμε κάτι παραπάνω γι’ αυτόν τον λόγο». Ο Γκατούζο έφερε όλους σε συμφωνία, ακόμα και το Manifesto και το Secolo d’Italia. Η εφημερίδα έγραψε: «Ο Γκατούζο, ένα αγόρι με πρόσωπο εργάτη και τρόπους αγοριού της περιφέρειας, από την Καλαβρία, δεν είναι άγιος ούτε σούπερ σταρ, αλλά έχει κάτι καθαρό στο μυαλό του: δεν μπορείς να ξεγελάς τα πάθη». Και το Secolo d’Italia: «Ένα έθνος στυλ-Γκατούζο συμφιλιώνει με το καθαρό ποδόσφαιρο».

Ο Γκατούζο δε φοβήθηκε ποτέ…

Η ιστορία του Γκατούζο με τη γαλανόλευκη βρήκε ξανά νόημα το 2025, όταν έγινε προπονητής. Για πολλούς, η θητεία του θα ήταν «λιγότερη τακτική και περισσότερη ελαφρότητα». Αλλά ήταν γεμάτη αγάπη για τη γαλανόλευκη. Παρουσιάστηκε λέγοντας: «Ένα όνειρο, πρέπει να ξαναφτιάξουμε μια οικογένεια».

Αναλαμβάνοντας ενδιάμεσα τη θέση του Λουτσιάνο Σπαλέτι, ως προπονητής ο Γκατούζο οδήγησε την ομάδα στα πλέι-οφ: η νίκη ενάντια στη Βόρεια Ιρλανδία, και τα υπόλοιπα γνωστά. Ο Γκατούζο δεν φοβήθηκε ποτέ να βάλει την υπογραφή του, πάντα έβαζε τη φάτσα του μπροστά. Το είχε κάνει και το 2010, στο Παγκόσμιο Κύπελλο στη Νότια Αφρική, το τελευταίο της καριέρας του.

Είχε επιστρέψει ο Λίπι, φαινόταν πιθανό να ξαναζήσουν τις μαγικές νύχτες του γερμανικού Μουντιάλ. Όμως όχι. Μετά την ήττα από τη Σλοβακία και τον επακόλουθο αποκλεισμό, ο Γκατούζο και όλοι οι υπόλοιποι έμειναν μία ώρα στα αποδυτήρια: «Μας έκαναν ιππότες, τώρα θα μας ισοπεδώσουν. Τέσσερα χρόνια πριν ήμασταν ήρωες, τώρα είμαστε ηλίθιοι».

Αυτή ήταν η τελευταία του εμφάνιση ως παίκτης με τη γαλανόλευκη. Και αυτή ήταν μια αδικία. Ακόμα πιο πικρή και επώδυνη αν θυμηθεί κανείς αυτά που είχε πει εκείνες τις εβδομάδες: «Έχω ένα όνειρο: να παίξω ένα Μουντιάλ με την εθνική ως προπονητής. Ας ελπίσουμε».

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies