Έξι νεκροί για έναν χαλκοσωλήνα: Πότε θα ασκηθούν επιτέλους διώξεις στους κλεπταποδόχους που συντηρούν το έγκλημα;
Έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους για ένα κομμάτι χαλκοσωλήνα που, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, άξιζε γύρω στα 20 ευρώ. Τόσο αποτιμάται το κίνητρο πίσω από την τραγωδία της 25ης Σεπτεμβρίου στην Πλάκα, όταν τρεις άνδρες επιχείρησαν να αφαιρέσουν χάλκινες σωληνώσεις από κτίριο της οδού Λυσικράτους, προκαλώντας διαρροή φυσικού αερίου. Λίγες ώρες αργότερα, μια ισχυρότατη έκρηξη ισοπέδωσε το κτίριο, στερώντας τη ζωή των έξι ανυποψίαστων ατόμων που βρίσκονταν μέσα σε αυτό, οι οποίοι επί της ουσίας ήταν επτά, εάν συνυπολογίσουμε ότι μία από τις γυναίκες που κομματιάστηκε ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος. Οι τρεις κατηγορούμενοι συνελήφθησαν για την εγκληματική πράξη τους έπειτα από έρευνα 34 ημερών και καλούνται πλέον να λογοδοτήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Η εξιχνίαση της υπόθεσης αποτελεί ασφαλώς επιτυχία των ανακριτικών υπαλλήλων της Πυροσβεστικής, που κατάφεραν να ανασυνθέσουν τα γεγονότα αξιοποιώντας βιντεοληπτικό υλικό, μαρτυρίες και επιστημονικά ευρήματα. Όμως, καμία σύλληψη και καμία καταδικαστική απόφαση δεν πρόκειται να φέρει πίσω τους νεκρούς. Και όσο η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στον εντοπισμό όσων έκοψαν τον μοιραίο σωλήνα, ένα πολύ σημαντικό και επιτακτικό ερώτημα εξακολουθεί να ζητά απάντηση: Ποιοι είναι αυτοί που αγοράζουν τον κλεμμένο χαλκό, εξασφαλίζοντας στους δράστες των κλοπών τη δυνατότητα να μετατρέπουν τα κλοπιμαία σε μετρητά, και γιατί εξακολουθούν να δρουν ανενόχλητοι χωρίς να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες του νόμου;
Οι κλέφτες αλλάζουν, οι αγοραστές παραμένουν
Η κλοπή χαλκού αποτελεί εδώ και χρόνια μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα δραστηριότητα τόσο για τα οργανωμένα κυκλώματα όσο και για μεμονωμένους παραβάτες, όπως είναι οι εξαρτημένοι από ναρκωτικές ουσίες που αναζητούν το εύκολο χρήμα για να εξασφαλίσουν την επόμενη δόση τους. Όποιο κι αν είναι το κίνητρο, οι συνέπειες, όπως αποδεικνύεται, μπορούν να αποδειχτούν καταστροφικές, ιδίως όταν οι δράστες αφαιρούν υλικά από ενεργές εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης, ύδρευσης ή φυσικού αερίου. Αυτά τα άτομα που κλέβουν τους χαλκοσωλήνες γνωρίζουν πως μπορούν να τους πουλήσουν. Γνωρίζουν ότι υπάρχει μια αγορά πρόθυμη να τους πληρώσει για τον χαλκό αυτό. Επομένως, εάν οι Αρχές θέλουν πραγματικά να περιορίσουν το φαινόμενο, οφείλουν να στραφούν αποφασιστικά και σε εκείνους που τροφοδοτούν τη ζήτηση για τα κλοπιμαία.
Ας σκεφτούμε το αυτονόητο. Ένας κλέφτης μπορεί να μετακινείται διαρκώς, να αλλάζει περιοχές, να δρα νύχτα και να εξαφανίζεται μέσα σε λίγα λεπτά. Αντίθετα, μια επιχείρηση εμπορίας παλαιών μετάλλων διαθέτει συγκεκριμένη έδρα, εγκαταστάσεις, υπευθύνους και εμπορική δραστηριότητα. Οι συναλλαγές της μπορούν να ελεγχθούν, τα παραστατικά της να διασταυρωθούν και η προέλευση των υλικών που παραλαμβάνει να διερευνηθεί. Γιατί, λοιπόν, να μη βρίσκεται εκεί το επίκεντρο της συστηματικής και διαρκούς αστυνομικής επιχείρησης; Προφανώς, οι νόμιμες επιχειρήσεις ανακύκλωσης μετάλλων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως ύποπτες. Υπάρχουν επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται απολύτως νόμιμα και τηρούν τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Εκείνοι, όμως, που εν γνώσει τους αγοράζουν κλεμμένα υλικά, χωρίς παραστατικά και χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο προέλευσης, αποτελούν τον κρίσιμο κρίκο μιας εγκληματικής αλυσίδας.
Το παράδειγμα των 561 κλοπών που πρέπει να προβληματίσει
Η διάσταση του προβλήματος αποτυπώνεται και σε μια μεγάλη αστυνομική επιχείρηση που ανακοινώθηκε τον περασμένο Μάιο στη Θεσσαλία. Η Ελληνική Αστυνομία αποκάλυψε τότε τη δράση εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία αποδόθηκαν… 561 περιπτώσεις κλοπών χαλκού από μετασχηματιστές του ΔΕΔΔΗΕ, στις περιοχές της Καρδίτσας και της Λάρισας. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, ο κλεμμένος χαλκός διοχετευόταν σε επιχείρηση επεξεργασίας και ανακύκλωσης μετάλλων στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας. Το συγκεκριμένο παράδειγμα δείχνει την πορεία της διαδρομής από την κλοπή μέχρι το σημείο όπου κατέληγε το υλικό ώστε να πουληθεί. Η εκπρόσωπος της Ελληνικής Αστυνομίας, Κωνσταντία Δημογλίδου, δήλωσε ήδη μετά την τραγωδία στην Πλάκα ότι οι έρευνες στρέφονται και στις επιχειρήσεις που αγοράζουν κλεμμένα μέταλλα, επισημαίνοντας μάλιστα ότι έχουν υπάρξει συλλήψεις υπευθύνων τέτοιων επιχειρήσεων. Πρόκειται για μια κατεύθυνση που πρέπει να αποκτήσει μόνιμο και ουσιαστικό χαρακτήρα. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να πραγματοποιούνται επιχειρήσεις μόνο όταν μια υπόθεση αποκτήσει τεράστια δημοσιότητα λόγω των τραγικών συνεπειών της.
Να κλείσουν οι επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα αγοράζουν κλοπιμαία
Ο τρόπος αντιμετώπισης του συγκεκριμένου φαινομένου είναι ξεκάθαρος. Όταν αποδεικνύεται ότι μια επιχείρηση λειτουργεί ως σταθερός αποδέκτης κλεμμένων μετάλλων, θα πρέπει να ενεργοποιούνται άμεσα όλες οι προβλεπόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, φθάνοντας μέχρι και τη διακοπή λειτουργίας της όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Οι αστυνομικές επιχειρήσεις που ακολουθούν ένα πολύνεκρο δυστύχημα είναι αναγκαίες, όμως η πραγματική προστασία της κοινωνίας προϋποθέτει να έχουν προηγηθεί ενέργειες που θα μπορούσαν να αποτρέψουν το κακό. Και στην περίπτωση του κλεμμένου χαλκού, η πρόληψη περνά αναπόφευκτα από τον εντοπισμό εκείνων που τον αγοράζουν.
Ο κλέφτης που αφαιρεί έναν σωλήνα και ο επαγγελματίας που τον αγοράζει γνωρίζοντας ότι είναι κλεμμένος αποτελούν δύο κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Όσο οι κλεπταποδόχοι συνεχίζουν να κάνουν ανενόχλητοι τη δουλειά τους, θα βρίσκονται πάντοτε άνθρωποι πρόθυμοι να ρισκάρουν ακόμη και ανθρώπινες ζωές για λίγα ευρώ. Και ύστερα θα αναζητούμε ξανά τους ενόχους, μετρώντας νεκρούς που θα μπορούσαμε ενδεχομένως να είχαμε σώσει.
