Είδαμε το «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» στη Λυρική: Ο Καβάφης γίνεται σώμα, αμανές και χορός
Στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, με το «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι», ο Γιώργος Κουμεντάκης συναντά τέσσερα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη και ανασύρει τη σωματικότητα που κρύβεται κάτω από την περίφημη αυτοσυγκράτηση της φωνής του Αλεξανδρινού ποιητή.
Σχεδόν ο πρώτος ήχος που ακούς είναι η αναπνοή. Βαθιές, κοφτές ανάσες από τους εννέα χορευτές, τα στέρνα ανοίγουν με δύναμη στην εισπνοή και συστέλλονται ξανά, καθώς η κίνηση αρχίζει και σταματά απότομα, διακόπτεται από συσπάσεις και επαναλαμβάνεται με μια ακρίβεια που κάποιες στιγμές γίνεται σχεδόν μηχανική. Σαν να πρέπει πρώτα να ακουστεί το σώμα και η προσπάθειά του να κρατήσει κάτι μέσα του, πριν ακουστούν ο Καβάφης, ο αμανές, τα ισοκρατήματα και ο μουσικός κόσμος που ο Γιώργος Κουμεντάκης συγκεντρώνει στο «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι».
Μπαίνοντας στην Εναλλακτική Σκηνή, πριν αρχίσει η παράσταση, η εγκατάσταση του Πέτρου Τουλούδη μού θύμισε το περίγραμμα μιας πόλης. Δύο τεράστια τραπέζια καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της σκηνής, ψηλά κρέμονται μεταλλικές επιφάνειες που θυμίζουν κτίρια και στις άκρες των τραπεζιών υψώνονται σχήματα σαν λάβαρα, σκισμένα, φθαρμένα. Ίσως επειδή γνωρίζεις ήδη ποιος ποιητής κατοικεί εδώ, το μυαλό πηγαίνει στα απομεινάρια μιας άλλοτε ένδοξης Αλεξάνδρειας, σε έναν κόσμο όπου ο χρόνος έχει περάσει πάνω από τα πράγματα και τους ανθρώπους, ενώ ο έρωτας και ο πόθος επιμένουν.
Το τραπέζι έχει τη δική του καβαφική ιστορία. Εκεί ο ποιητής ταξινομούσε τα ποιήματά του, μετακινούσε τα φύλλα και συγκροτούσε διαφορετικές χειροποίητες συλλογές για τους αναγνώστες στους οποίους επέλεγε να τις δώσει. Τα τραπέζια του Τουλούδη μετακινούνται στη σκηνή σαν παράξενα τετράποδα, αλλάζοντας διαρκώς τη γεωγραφία της. Πάνω τους βρίσκονται μικρά όργανα και ηχητικά αντικείμενα από την προσωπική συλλογή του Κουμεντάκη, κάποια κατασκευασμένα με οδηγίες του από πηλό, σίδερο, γυαλί και δέρμα. Μουσικοί και χορευτές τα πιάνουν, τα χτυπούν, τα δονούν, ώσπου ακόμη και οι μεγάλες μεταλλικές επιφάνειες ψηλά θα μετατραπούν σε κρουστά. Η εγκατάσταση μπαίνει μέσα στην παρτιτούρα.
Αυτό είναι ένα από τα πιο γόνιμα ευρήματα της παράστασης: τίποτε δεν κρατά για πολύ έναν μόνο ρόλο. Οι χορευτές παράγουν μουσική και τραγουδούν, οι μουσικοί συμμετέχουν στη σκηνική πράξη, τα αντικείμενα αποκτούν φωνή, η ποίηση περνά στη μουσική και η μουσική στα σώματα. Τα κοστούμια της Daglara, φαρδιά παντελόνια, φανελάκια, πουκάμισα και πλεκτά σε υπόλευκα, γκρίζα και γήινα χρώματα, με σκούρες κόκκινες πινελιές, αφήνουν την Αλεξάνδρεια έξω από οποιαδήποτε ιστορική αναπαράσταση.
Το «Point of No Return», το «Γκρίζα» και το σώμα που κρατιέται
Η πρώτη χορογραφική ενότητα, και μία από τις ωραιότερες της βραδιάς, είναι της Πατρίσιας Απέργη πάνω στο «Point of No Return» του Κουμεντάκη, με το «Γκρίζα» του Καβάφη να περνά μέσα στον μουσικό και κινητικό της κόσμο. Το έργο γράφτηκε το 2008 για το Kronos Quartet και επιστρέφει στις ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα στη Νέα Υόρκη των αρχών του 20ού αιώνα, στο «Μανάκι μου, μανάκι μου» και στο «Σμυρνέικο μινόρε».
Αυτή η αίσθηση μιας μουσικής που θυμάται θα επιστρέφει σε όλη την παράσταση. Ένας αμανές, ένα ισοκράτημα, ένας ρυθμός που έρχεται από μακριά εμφανίζεται και μεταμορφώνεται πριν προλάβεις να εγκατασταθείς στην οικειότητά του.
Η Απέργη απαντά με σώματα που μοιάζουν να παλεύουν με την ίδια τους την παρόρμηση. Οι κινήσεις ξεκινούν και κόβονται, οι θώρακες ανοίγουν και κλείνουν, οι συσπάσεις περνούν από το ένα σώμα στο άλλο, σαν ένας μηχανισμός αυτοελέγχου να προσπαθεί να πνίξει αυτό που επιμένει να βγει. Και τότε ακούς αλλιώς το «Γκρίζα»: «δυο ωραία γκρίζα μάτια» που επιστρέφουν ύστερα από είκοσι χρόνια και την παράκληση «Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν». Κάτω από την πειθαρχία της καβαφικής φωνής κινούνται ο πόθος, η απώλεια, η απόγνωση.
Στο «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» τρία έργα μουσικής δωματίου συναντούν τέσσερα ποιήματα, τα «Γκρίζα», «Μακρυά», «Ο Σεπτέμβρης του 1903» και «Ο Δεκέμβρης του 1903», τα οποία ο Κουμεντάκης μελοποιεί στο είδος του αμανέ. Ο Ζαχαρίας Καρούνης τα ερμηνεύει επί σκηνής, ενώ μουσικοί και χορευτές δημιουργούν γύρω από τη φωνή του τα ισοκρατήματα που έχει συνθέσει και διδάξει ο Κουμεντάκης. Ο αμανές επιμηκύνει τη λέξη, την κρατά πάνω στην αναπνοή, αρνείται σχεδόν να την αφήσει να τελειώσει.
«Θά ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω…»
Ο Ηλίας Χατζηγεωργίου συναντά το «Μακρυά», και ήδη ο πρώτος στίχος, «Θά ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω…», περιέχει σχεδόν ολόκληρη τη δυσκολία: η μνήμη έχει αρχίσει να σβήνει και από εκείνο το μακρινό βράδυ απομένουν το δέρμα «σαν καμωμένο από ιασεμί» και τα μάτια που μόλις θυμάται πια.
Η ομάδα λειτουργεί για μεγάλα διαστήματα σαν ένα πειθαρχημένο σώμα στον ρυθμό του σαντουριού. Ένα σώμα αποσπάται, η μηχανική επανάληψη διαρρηγνύεται, κάτι ξυπνά και επιστρέφει πάλι στην τάξη. Ο Χατζηγεωργίου τοποθετεί τη χορογραφία ανάμεσα στον αυτοματισμό της καθημερινότητας και στην ανάμνηση της δημιουργίας και του έρωτα.
Στη «Μελωδία γραφομηχανής» για κουαρτέτο σαξοφώνων, η Εύα Γεωργιτσοπούλου συναντά τον «Σεπτέμβρη του 1903». Η σύνθεση του 2006 ανήκει στον κύκλο «Typewriter Tunes», τα μουσικά «γράμματα» του Κουμεντάκη προς διαφορετικούς παραλήπτες. Εδώ ο παραλήπτης είναι τα «Πρόσωπα» του Τζον Κασσαβέτη και στον πυρήνα βρίσκεται το «Κόνιαλι», ο χορός από το Ικόνιο της Καππαδοκίας, που διακόπτεται, αποδομείται και περνά μέσα από διαφορετικά μουσικά ιδιώματα.
Τα σώματα πλησιάζουν, συγκεντρώνονται και ανοίγουν ξανά στον χώρο, κάποτε τόσο κοντά ώστε η απόσταση ανάμεσά τους γίνεται σχεδόν ασφυκτική. Και εδώ ο τίτλος της παράστασης αποκτά σώμα. «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι / στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά», γράφει ο Καβάφης, έχοντας λίγο πριν αναρωτηθεί γιατί έμεινε «με κλειστά τα χείλη». Η απόσταση ανάμεσα στην επιθυμία και στην εκπλήρωσή της μετριέται τώρα κυριολεκτικά ανάμεσα σε δύο σώματα.
Ο «Σεπτέμβρης» συνομιλεί με τον «Δεκέμβρη του 1903», όπου ο Καβάφης γράφει «Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω». Το πρόσωπο, η φωνή, οι μέρες εκείνου του Σεπτέμβρη εξακολουθούν να χρωματίζουν τις λέξεις του, ακόμη κι όταν μιλά για κάτι άλλο. Είναι μια ιδέα που περνά αθόρυβα από ολόκληρη την παράσταση: αυτό που δεν λέγεται βρίσκει άλλους δρόμους προς τη φωνή, τη μουσική και το σώμα.
Όταν η σκηνή γίνεται όργανο
Προς το τέλος, η μουσική γίνεται σχεδόν καταιγίδα. Οι χορευτές στρέφονται στις μεγάλες μεταλλικές επιφάνειες της εγκατάστασης και αρχίζουν να τις χτυπούν, μετατρέποντας την αρχιτεκτονική της σκηνής σε ένα τεράστιο κρουστό. Το μέταλλο δονείται, ο ήχος καταλαμβάνει τον χώρο. Όργανα, αντικείμενα και ανθρώπινα σώματα έχουν περάσει πια στην ίδια ηχητική πράξη.
Νερό χύνεται από κανάτες στο μαύρο δάπεδο και οι χορευτές πέφτουν με δύναμη πάνω του, σηκώνονται και ξαναπέφτουν, εκτινάσσοντάς το γύρω από τα σώματά τους. Η αυτοσυγκράτηση της αρχής έχει φτάσει στο όριό της. Μέσα από αυτή την ένταση ακούγεται ο Γιάννης Παπατζανής, ο μουσικός που σε όλη την παράσταση βρίσκεται ανάμεσα στα κρουστά, στο γυαλόφωνο, στο σρούτι και στα ηχητικά αντικείμενα. «Δεν μπορώ, δεν μπορώ να σου πω».
Ύστερα από τον αμανέ και τα ισοκρατήματα, το σαντούρι, τα σαξόφωνα, τις παραδοσιακές μνήμες που ο Κουμεντάκης έχει διαλύσει και ξανασυνθέσει και τις εκρήξεις των κρουστών, η φωνή του Παπατζανή ακούγεται ξαφνικά σχεδόν σαν λαϊκό τραγούδι. Και η απόσταση από τον Καβάφη μέχρι κάτι που γνωρίζουμε βαθιά από το λαϊκό τραγούδι, ακόμη και από την πίστα, μοιάζει απροσδόκητα μικρή: ο ίδιος βαθύς ερωτικός πόνος που δεν χωρά στην κανονική ομιλία και χρειάζεται να γίνει φωνή, να παραταθεί, να επαναληφθεί, ώσπου κάτι απολύτως ιδιωτικό -ένα σώμα που λείπει, ένας έρωτας που δεν εξολογήθηκε όταν έπρεπε, μια επιθυμία που έμεινε μετέωρη- να μπορεί για λίγο να μοιραστεί με αγνώστους.
info
Γιώργος Κουμεντάκης / Μπαλέτο Εθνικής Λυρικής Σκηνής
«Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι»
Μουσική, δραματουργία: Γιώργος Κουμεντάκης
Ποίηση: Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουμεντάκης, Πέτρος Τουλούδης
Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη, Ηλίας Χατζηγεωργίου, Εύα Γεωργιτσοπούλου
Τραγούδι: Ζαχαρίας Καρούνης
Εικαστική εγκατάσταση: Πέτρος Τουλούδης
Κοστούμια: Daglara
Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Αγγελίνα Τκάτσεβα: σαντούρι
Γιάννης Παπατζανής: κρουστά, γυαλόφωνο, σρούτι, φωνή, διδασκαλία κρουστών
Όσβαλντ Αμιράλης: κρουστά
Oros Ensemble / Osmosis Saxophone Quartet
Με εννέα χορευτές του Μπαλέτου της ΕΛΣ.
Επόμενες παραστάσεις: 9, 10, 11, 16, 17 και 18 Οκτωβρίου 2026, στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο ΚΠΙΣΝ.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
