Είδαμε την έκθεση του Λάνθιμου στη Στέγη και καταλάβαμε γιατί μας είπε ότι δεν θα του ανέθετε ποτέ φωτογράφιση ο ΕΟΤ
Μακριά από το καρτ ποσταλικό φως της Ελλάδας, ο Γιώργος Λάνθιμος παρουσιάζει στη Στέγη μια ασπρόμαυρη χώρα γεμάτη στύλους της ΔΕΗ, κεραμίδια στο χώμα, πρόσωπα που θυμίζουν αρχαία γλυπτά και βλέμματα που δεν μπορείς να ξεχάσεις.
Στο -1 της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, φτάνοντας μπροστά στη λευκή πύλη με τη στενή δίοδο που ορίζει την είσοδο στην έκθεση φωτογραφιών του Γιώργου Λάνθιμου, χρειάζεται να έχεις λίγη υπομονή.
Οι προπορευόμενοι έχουν σταματήσει. Στέκονται στην ουρά για να φωτογραφίσουν αυτή τη σχεδόν τελετουργική είσοδο που προκαλεί αμέσως ένα αρχέγονο δέος, περίπου σαν να περνάς το κατώφλι ενός ναού. Είναι μια ενστικτώδης αντίδραση, δύσκολο να μεταφραστεί.
Υψώνουν το κινητό και φωτογραφίζουν. Μία φωτογραφία όμως δεν φτάνει, πρέπει να βρουν την τέλεια γωνία, να βεβαιωθούν για το φως, λες και θα συναγωνιστούν τις φωτογραφίες που ακολουθούν μέσα. Πρέπει να περιμένεις, χτυπώντας νευρικά το πόδι.Τελευταία φορά που το βίωσα αυτό, προσπαθούσα να προσεγγίσω την χρυσή μάσκα του Τουταγχαμών στο Grand Egyptian Museum.
Μόλις περάσεις τη στενή δίοδο, ο εκνευρισμός διαλύεται σχεδόν ακαριαία. Τη θέση του παίρνει μια άλλη αίσθηση, οικεία αλλά δύσκολο να προσδιοριστεί: σαν ένας μαγνήτης να σε τραβάει σε μια περιπατητική εμπειρία, σαν ανάμνηση διαδρομής. Παρατηρώ ότι ξαφνικά ο θόρυβος σταματά, οι φωνές σταματούν ή γίνονται ψίθυρος, σαν να βρίσκομαι σε εκκλησία σε ώρα λειτουργίας και ξαφνιάζομαι.
Στη σελίδα της Στέγης διαβάζω ότι η έκθεση έχει στηθεί γύρω από τη λογική ενός «βωμού» στο κέντρο της. Εγώ νιώθω ότι έχω μπει σε έναν λαβύρινθο, ένα maze, και αναζητώ πού κρύβεται ο Μινώταυρος.
Spoiler alert: ο Μινώταυρος βρίσκεται πράγματι στο κέντρο. Εκεί όπου εκτίθενται οι φωτογραφίες του Γιώργου Λάνθιμου από την Ελλάδα, εικόνες από μια εν εξελίξει προσωπική σειρά που δημιουργεί τα τελευταία χρόνια, καρπό των μοναχικών του περιηγήσεων στην Αθήνα και των επισκέψεών του στα νησιά του Αιγαίου.
Όταν ερωτήθηκε ο ίδιος ο σκηνοθέτης αν τις τοποθέτησε στο κέντρο επειδή είναι οι πιο αγαπημένες του, ο ίδιος έδωσε μια μάλλον πρακτική εξήγηση: «Δεν τις βάλαμε στο κέντρο επειδή είναι οι αγαπημένες μου ή για να τις προστατεύσουμε. Η σκέψη ήταν περισσότερο πώς θα κινηθεί ο κόσμος στον χώρο. Να περάσει πρώτα από πράγματα που ίσως γνωρίζει από τις ταινίες και μετά να φτάσει σε κάτι που μπορεί να μην έχει ξαναδεί. Θέλαμε ο χώρος να λειτουργήσει φυσικά, χωρίς να χρειάζεται να πούμε “αυτό είναι από εδώ και αυτό από εκεί”. Να το ανακαλύπτει ο καθένας περπατώντας».
Η συζήτηση του Γιώργου Λάνθιμου με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση Αφροδίτη Παναγιωτάκου και τον ιδιοφυή Μichael Mack των γνωστών αριστουργηματικών εκδόσεων -o oποίος υπογράφει και την επιμέλεια της έκθεσης- τo βράδυ των εγκαινίων, είχε αυτή την υφή, με τον Λάνθιμο να δίνει το στίγμα, όπως λίγο ή πολύ διαγράφεται στην απάντησή του παραπάνω: υποτονική. Είμαστε κακομαθημένοι οι δημοσιογράφοι ναι, εγκλωβισμένοι σε στερεότυπα για τον δημιουργό που ανοίγει το στόμα του και περιμένεις να ακούσεις κάτι που λίγο θα σε μετακινήσει -αυτό είναι αλήθεια.
Όμως ο Λάνθιμος στη συζήτηση με το κοινό ήταν συγκρατημένος, φειδωλός, κάπως ανέκφραστος, υπήρχε κάτι σαν αμηχανία παρά τις συνεχείς ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Νομίζω η πιο ευτυχής στιγμή του ήταν όταν συνειδητοποίησε ότι πίσω του υπάρχει η τεράστια φωτογραφία ενός σκύλου, του Βύρωνα «πενήντα κιλά σκυλάκι».
Ας επιστέψουμε όμως στον λαβύρινθο και στον Μινώταυρο, δηλαδή τις φωτογραφίες της Ελλάδας. Ασπρόμαυρες, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των έργων που βλέπουμε στην έκθεση. Η επιλογή αυτή, όπως εξήγησε ο ίδιος, συνδέεται με την απόσταση που απέκτησε από τον τόπο όταν έζησε για χρόνια στο εξωτερικό.
«Όταν έφυγα για δέκα χρόνια από την Ελλάδα και επέστρεψα, ένιωσα ότι την έβλεπα πια με μια διαφορετική απόσταση. Και τότε επέλεξα συνειδητά το ασπρόμαυρο. Η Ελλάδα έχει μια πολύ ισχυρή αισθητική καρτ ποστάλ εξαιτίας των χρωμάτων, του φωτός, της θάλασσας. Δεν ήθελα αυτά τα χρώματα να αποσπούν από το ίδιο το αντικείμενο της εικόνας».
Το ασπρόμαυρο, όπως είπε, λειτουργεί σαν ένας τρόπος να μετατοπίζεται η πραγματικότητα. «Πάντα είχα μια τάση προς το μαύρο-άσπρο. Μου άρεσε αυτή η μεταμόρφωση του ρεαλιστικού σε κάτι άλλο. Δεν είναι μια προσπάθεια να κρύψω κάτι· είναι περισσότερο μια επιλογή που κρατά την προσοχή στην ουσία».
Κοιτάζω τις φωτογραφίες της Ελλάδας. Αναμεσά τους οι πιο αριστουργηματικές φωτογραφίες της έκθεσης, ανώτερες από τις τεράστιες έγχρωμες φωτογραφίες της Έμα Στόουν. Είναι οι φωτογραφίες της Αριάν Λαμπέντ, της Αγγελικής Παπούλια, η κατεύθυνση του βλέμματος, η σύλληψη της στιγμής – τα πρόσωπά τους μου θυμίζουν αυτά των αρχαιοελληνικών γλυπτών. Πλάι εικόνες από την περιφέρεια.
Ο Λάνθιμος δεν εστιάζει στα αναμενόμενα σημεία, αυτά που που ορίζει ο εξαναγκασμός των social media. Ενας παλιός ξύλινος στύλος της ΔΕΗ σε βράχια, κεραμίδια ακουμπισμένα στο χώμα. H θέα προς μια βραχονησίδα από το ντεκ ενός πλοίου τους γραμμής, Μία μετόπη από πολυκατοικίες, ένα εξωκλήσι ίσα που διακρίνεται στην κορυφή ενός καραφλού βουνού.
Αναζητώ την μεταμόρφωση του ρεαλιστικού σε κάτι άλλο, όπως το περιγράφει ο δημιουργός. Και όμως δεν υπάρχει πιο ρεαλιστική αποτύπωση από αυτήν, το κάδρο, το ασπρόμαυρο κάνουν κλινική την ματιά πάνω στις περισσότερες εικόνες. Δεν ωραιοποιεί, μάλλον απεκδύει από κάθε στολίδι.
Είναι σαν να βλέπω μέσα από τα μάτια ενός μετανάστη που είχε φωτογραφίσει κομμάτια της Ελλάδας πριν από μερικές δεκαετίες. Η καρδιά του κτήνους, η ωμή καρδιά, είναι ο Μινώταυρος. Έχω άδικο; «Νομίζω ότι αν αυτές οι φωτογραφίες παρουσιάζονταν ως εικόνα της Ελλάδας, δεν θα με έπαιρνε ποτέ ο ΕΟΤ για να φωτογραφίσω τη χώρα», λέει ο Γιώργος Λάνθιμος.
Είναι παράδοξο αλλά αυτή η καρδιά, η ασπρόμαυρη, έχει μια ελκτική βαρύτητα που σε κάνει να θέλεις να μείνεις εδώ, περισσότερο και από το να περιηγηθείς στους διαδρόμους έξω, γύρω, εκεί όπου υπάρχουν οι φωτογραφίες από τα παρασκήνια των ταινιών του Poor Things (2023), I Shall Sing These Songs Beautifully (2024), που δημιουργήθηκε παράλληλα με το Kinds of Kindness (2024), και VISCIN (2026), με ανέκδοτες φωτογραφίες από τα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας, Bugonia (2025). Νέα Ορλεάνη, Ατλάντα, ένα στούντιο στη Βουδαπέστη είναι το περιβάλλον εδώ.
«Στα κοινωνικά δίκτυα η σχέση μας με την εικόνα είναι στιγμιαία. Σκρολάρουμε, βλέπουμε κάτι για μερικά δευτερόλεπτα και προχωράμε στο επόμενο. Σε έναν χώρο όπως αυτός προσπαθούμε να δημιουργήσουμε την αντίθετη συνθήκη», λέει η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση Αφροδίτη Παναγιωτάκου, που όταν είδε την έκθεση φωτογραφιών του Γιώργου Λάνθιμου στο Λος Άντζελες, αμέσως του πρότεινε να κάνει μια αντίστοιχη, διευρυμένη έκθεση στην Αθήνα.
Και πρόσθεσε: «Η φωτογραφία χρειάζεται χρόνο. Χρόνο για να την κοιτάξεις, χρόνο για να σταθείς μπροστά της. Και αυτός ο χρόνος αφορά τόσο τον καλλιτέχνη που δημιουργεί την εικόνα όσο και τον θεατή που τη βλέπει». Μια σχέση που κανείς δεν είναι ανώτερος από τον άλλο και που ταυτόχρονα, ο ένας εξαρτάται απόλυτα από το άλλο.
Αγαπημένη φωτογραφία, ένα ανδρικό σακάκι φορεμένο πάνω στον κορμό ενός γυμνού αγάλματος που παραπέμπει σε αρχαιοελληνική γλυπτική. H κουζίνα με το φως να πέφτει λοξά, την κρεβατοκάμαρα με τον πρασινωπό τοίχο – η παλέτα, η «γραφή» του Χόπερ αναδύονται εδώ. Σκύβω για να δω τις λεπτομέρειες τους, τη σκιά των γυναικών, την τεράστια κατσαρόλα για τους αστακούς, να μαντέψω τι ώρα της ημέρας τραβήχτηκαν. «Ο Λάνθιμος μας ζητά να πάρουμε το χρόνο, να μελετήσουμε τις φωτογραφίες. Και το να διατηρήσεις σήμερα την αίσθηση του χρόνου είναι επανάσταση. Χρειαζόμαστε ως ανθρωπότητα να ξανακερδίσουμε το χρόνο», σχολιάζει η Αφροδίτη Παναγιωτάκου..
«Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι τραβούν φωτογραφίες, αλλά συχνά απλώς τις δείχνουν. Δεν σταματάμε πραγματικά να τις κοιτάξουμε. Ο χρόνος που αφιερώνουμε σε μια φωτογραφία, ακόμη κι αν είναι καλή και εμφανίζεται στο Instagram, είναι πιθανότατα λιγότερο από ένα λεπτό», λέει Michael Mack. Κοιτάζω το νεκροταφείο πλυντηρίων σε ένα οικόπεδο. Την υγρασία σε έναν τοίχο. Την δαντελένια αιώρα, την γυναικεία γάμπα που απλώνεται, για να πατήσει το ξυπόλυτο πόδι στη βάση της καρέκλας σε μια ταβέρνα. Την μονοκατοικία σε ένα βουνό, που «έχει μείνει στα τούβλα». Κάθε τόσο επιστρέφω τα μάτια μου τα μάτια της Αγγελικής Παπούλια.
Σε μια πιο προσωπική στιγμή της συζήτησης, ο Λάνθιμος μίλησε για τον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη του. «Έχω αρκετά κακή μνήμη», παραδέχθηκε. «Αλλά αυτό που παρατηρώ είναι ότι οι αναμνήσεις μου είναι σχεδόν πάντα μία εικόνα. Δεν θυμάμαι απαραίτητα το πλαίσιο ή πότε συνέβη κάτι. Αλλά θυμάμαι μια εικόνα. Κάθε σημαντικό πράγμα στη ζωή μου υπάρχει στο μυαλό μου σαν εικόνα. Δεν είναι απαραίτητα μια ολόκληρη ιστορία. Είναι περισσότερο μια στιγμή, μια εικόνα που μένει».
Mέσω της έκθεσης, γινόμαστε και εμείς γινόμαστε και εμείς μάρτυρες αυτών των αναμνήσεων. Κρατάμε τον ρυθμό, την πυξίδα στον χάρτη της κακής μνήμης του δημιουργού. Φέρουμε στο βλέμμα μας την ειρωνεία του, το χιούμορ, την αισθητική του, τον τρόπο του να κοιτάζει προς τον κόσμο αλλά και προς τα μέσα. Στη δική του Ενδοχώρα.
Σημειώνουμε ότι η έκθεση είναι προσβάσιμη σε όλες και όλους για τέσσερις Κυριακές. Μέσα από αυτή τη σύμπραξη με την Alpha Bank, η έκθεση γίνεται προσβάσιμη τις Κυριακές15 Μαρτίου, 5 και 26 Απριλίου και 10 Μαΐου, με περιηγήσεις στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα για κωφά και βαρήκοα άτομα, και με ζωντανή ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία, σε συνεργασία με τον πολιτιστικό οργανισμό liminal, ενώ θα υπάρχουν επίσης απτικές εικόνες επιλεγμένων έργων με τη συνεργασία του Tactile Stud.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
