Δέκα κινηματογραφικές πρεμιέρες σήμερα: Τέσσερα βιογραφικά δράματα, ταινίες φαντασίας, animation

Στις κινηματογραφικές πρεμιέρες το τελευταίο φιλμ του οσκαρικού Λάσλο Νέμες «Χωρίς Πατέρα» τραβά τα βλέμματα των σινεφίλ.

Ωστόσο η ευχάριστη έκπληξη έρχεται από την ανεξάρτητη βρετανική, δραματική βιογραφική ταινία «Δυστυχώς Βρίζω», με έναν έξοχο Ρόμπερτ Αραμάγιο.

Εξαιρετικού ενδιαφέροντος και το ιστορικό δράμα «Στη Σκιά της Πορτοκαλιάς», από την Ιορδανία, ενώ από τις επτά ακόμα πρεμιέρες της εβδομάδας ξεχωρίζουν το δράμα «Άπειρη Γη», το ντοκιμαντέρ «Όργουελ: 2+2=5» και το αυστηρώς ενήλικο animation «Dog of God».

Οι κινηματογραφικές πρεμιέρες της Πέμπτης 26 Μαρτίου

Δυστυχώς Βρίζω

(«I Swear») Βιογραφικό δράμα, βρετανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Κερκ Τζόουνς, με τους Ρόμπερτ Αραμάγιο, Μάξιν Πικ, Σίρλεϊ Χέντερσον, Πίτερ Μούλαν, Ντέιβιντ Κάρλαϊλ, Στίβεν Κρι κα.

Μια μικρή ευχάριστη έκπληξη, κρύβει το κοινωνικό δράμα του Κερκ Τζόουνς, που βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Τζον Ντέιβιντσον, ενός ανθρώπου, που ταλαιπωρήθηκε από το σύνδρομο Τουρέτ και κυρίως από την περιφρονητική έως και ρατσιστική αντιμετώπισή του, μέχρι να βρει, μετά από πολλές δυσκολίες, την ταυτότητά του και την αποδοχή.

Τι είναι, όμως, το σύνδρομο Τουρέτ; Μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από πολλαπλά ακούσια κινητικά και φωνητικά τικ, αλλοπρόσαλλες κινήσεις, μορφασμούς προσώπου, κραυγές και αυθόρμητες βρισιές. Μια ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, που τις περισσότερες φορές ξεκινά στην εφηβεία και αφορά περισσότερο τα αγόρια.

Όχι, η ταινία του Τζόουνς, που μέχρι στιγμής είχε περιοριστεί σε ανώδυνες, μάλλον μέτριες, κωμωδίες του τύπου «Γάμος Αλά Ελληνικά 2», δεν είναι ένα βαρυφορτωμένο στενάχωρο δράμα, όπως συνήθως, αλλά η ευκαιρία για να ξεδιπλωθούν, με χιούμορ και εγκαρδιότητα, μια σειρά από κοινωνικά ζητήματα: Από την οικογένεια, που δεν μπορεί να δεχθεί τη διαφορετικότητα του ίδιου του παιδιού της, το εκπαιδευτικό σύστημα, που το τιμωρεί βάναυσα, τον κοινωνικό περίγυρο, που το αντιμετωπίζει ως φρικιό, αλλά συνάμα και την αλληλεγγύη και τη συμπαράσταση από μία μερίδα ανθρώπων, που κατανοούν και νοιάζονται. Και βεβαίως, την ψυχική δύναμη του ήρωα για να πάρει στα χέρια του τη ζωή του.

Ένας έφηβος στη Σκωτία, ο Τζον, ταλέντο στο ποδόσφαιρο, θα αρχίσει να παρουσιάζει μία σειρά από περίεργα συμπτώματα, μη μπορώντας να ελέγξει τις κινήσεις του, την ομιλία του, κραυγάζει και βρίζει. Η λαϊκή οικογένειά του, χωρίς να μπορεί να κατανοήσει το τι του συμβαίνει (το σύνδρομο Τουρέτ τότε ήταν σχεδόν άγνωστο), θα τον απομονώσει, ο πατέρας του, εξαγριωμένος, θα τους εγκαταλείψει, ενώ η μητέρα του δείχνει αδύναμη να του συμπαρασταθεί ουσιαστικά. Την ίδια στιγμή ο δάσκαλος στο σχολείο τον τιμωρεί βάναυσα χτυπώντας στα χέρια και κόβοντάς του και την μπάλα, ενώ θα υποστεί και το σκληρό μπούλινγκ από τους συμμαθητές του και τον κοινωνικό περίγυρο. Τη συμπαράσταση θα την βρει απρόσμενα, αρκετά αργότερα, ενήλικος πια, στην οικογένεια ενός φίλου του, που ζει και αυτή το δικό της δράμα, καθώς έχει διαγνωστεί με καρκίνο, στο τελευταίο στάδιο, η μητέρα, αλλά και από έναν μοναχικό γείτονα που θα του δώσει δουλειά.

Ο Τζόουνς, που υπογράφει και το καλογραμμένο σενάριο, αποτυπώνει, με απλότητα, έμπνευση και σιγουριά, την πορεία της ζωής του ήρωα, αποφεύγοντας εν μέρη τον μελοδραματισμό, κάτι που φαίνεται δύσκολο, με δεδομένη και την πραγματική ιστορία, ενώ με προσοχή και κατάλληλο χρονισμό παρεμβάλει χιουμοριστικές νότες, αστείες σκηνές, στηριζόμενος στα χαρακτηριστικά του συνδρόμου Τουρέτ. Θα πει στην καρκινοπαθή μητέρα του φίλου του, όταν τη χαιρετά για πρώτη φορά «χα, χα, θα πεθάνεις», θα φωνάξει όταν μπει στο τρένο «έχω βόμβα» και στον δρόμο, μπροστά σε δυο αστυνομικούς «κουβαλάω ναρκωτικά», ενώ βεβαίως η κορυφαία στιγμή είναι όταν μπαίνει στην λαμπερή εκδήλωση, όπου θα τιμηθεί από τη βασίλισσα και τη βρίζει. Λόγια που δεν πιστεύει, αλλά βγαίνουν αυθόρμητα από το στόμα του.

Μήπως, όμως, τα τικ του ήρωα αντιπροσωπεύουν την εσωτερική αλήθεια του, κάτι που δεν μπορούν να κάνουν οι «φυσιολογικοί» άνθρωποι, μπροστά στις συνέπειες ή την συμβατική υποχρέωση των κοινωνικών επαφών;

Για τον Τζον Ντέιβιντσον, η πίεση, η νευρικότητα, το βέβηλο ακούσιο χιούμορ, η αγανάκτηση, η παρόρμηση για φωνές πίσω από τη δυστυχία, εκφράζονται χωρίς περιορισμούς. Το καταπιεστικό ψυχαναγκαστικό σύνδρομο, λειτουργεί ως ελευθερία έκφρασης! Ένα θέμα που αναπτύσσει ως ένα βαθμό ο Τζόουνς, εν αντιθέσει με την απουσία της ερωτικής ζωής του ήρωα, που μένει εντελώς έξω από το στόρι.

Ένα συγκινητικό φιλμ, που γίνεται συναρπαστικό πολλές φορές και αυτό κυρίως χάρη στην έξοχη ερμηνεία, βραβευμένη με BAFTA, του Ρόμπερτ Αραμάγιο, που κακώς αγνοήθηκε στα Όσκαρ, αλλά και την αξιοθαύμαστη παρουσία μιας σειράς ικανότατων ηθοποιών στο καστ.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Τζον Ντέιβιντσον, πάσχοντας από μία νευρολογική διαταραχή, μεγαλώνει σε μια Βρετανία της δεκαετίας του 1980 που αδυνατεί να τον κατανοήσει. Αντιμέτωπος με παρεξηγήσεις και κοινωνικά στερεότυπα, παλεύει να βρει την ταυτότητά του.

Στη Σκιά της Πορτοκαλιάς

(«All That’s Left of You») Ιστορικό δράμα, ιορδανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Σερίν Ντάμπις, με τους Σαλέχ Μπακρί, Σερίν Νταμπίς, Άνταμ Μπακρί, Μαρία Ζρέικ κα.

Μέσα από την ιστορία μίας παλαιστινιακής οικογένειας, που εκτείνεται σε πάνω από 70 χρόνια, το φιλμ της Αμερικανοπαλαιστίνιας Σερίν Ντάμπις φωτίζει πειστικά και πολλές φορές – εκ των πραγμάτων – σπαρακτικά τη βαναυσότητα της κατοχής, την απώλεια, τον ξεριζωμό, τον τρόμο και τον αγώνα για πατρίδα και προάσπιση της εστίας, χωρίς διάθεση να διαιρέσει, να χάσει στιγμή την ανθρωπιά της.

Μία υπαρξιακή ανατομία του συνεχιζόμενου διωγμού, που ξεκινά από τη βίαιη καταστολή μίας πρόσφατης διαδήλωσης στη Δυτική Όχθη, μας ταξιδεύει στη Νάκμπα του 1948, όπου παραστρατιωτικοί μαζί με Βρετανούς αποικιοκράτες, μετά από ένα ξέσπασμα της βίας, εκδίωξαν από τα μέρη τους 750.000 Παλαιστίνιους, για τον σχηματισμό του κράτους του Ισραήλ, την παγίωση της νέας συνθήκης στη Δυτική Όχθη το 1978, το ξέσπασμα της Ιντιφάντα του 1988 ως και τα τελευταία γεγονότα.

Όταν ένας παλαιστίνιος έφηβος, που κυνηγιέται με έναν φίλο του ανάμεσα στα χαλάσματα, παρασύρεται σε μια διαμαρτυρία στη Δυτική Όχθη, η μητέρα του αφηγείται την οικογενειακή ιστορία ελπίδας, θάρρους και αδιάκοπου αγώνα, που ξεκινά το 1948, όταν έχασαν το σπίτι τους, τη γη κάτω από τα πόδια τους, αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή, ενός αδιάκοπου ξεριζωμού.

Με αφηγήτρια, μία μητέρα που προσπαθεί να προστατεύσει τον γιο της κι έχοντας στο μυαλό της την πορτοκαλιά στην αυλή της, σύμβολο της οικογενειακής της ρίζας, της ελπίδας και της πικρής γεύσης της προσφυγιάς, η Ντάμπις ξεδιπλώνει την ιστορία της και το διαγενεαλογικό τραύμα που αντιμετωπίζει ένας ολόκληρος λαός, μέσα από την απώλεια της πατρίδας, των ανθρώπων, της ζωής.

Η Νταμπίς καταφέρνει εν πολλοίς να κάνει το πολιτικό βαθιά προσωπικό και ταυτόχρονα, τα ψυχικά τραύματα των Παλαιστινίων τη βάση για έναν ανθρωπισμό, που ξεπερνά την αέναη αντιπαράθεση δυο λαών.

Ένα καλογυρισμένο και τεράστιου ενδιαφέροντος συγκινητικό φιλμ, που πέρα απ’ την πίκρα του, αφήνει μία μικρή αλλά τόσο χρήσιμη χαραμάδα ελπίδας, με τα μηνύματα αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Όταν ένας παλαιστίνιος έφηβος παρασύρεται σε μια διαμαρτυρία στη Δυτική Όχθη, η μητέρα του τού αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του, ξεκινώντας από το 1948, όταν εκδιώχθηκε από τη Νάκμπα.

Χωρίς Πατέρα

(«Orphan») Βιογραφικό δράμα, ουγγρικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Λάσλο Νέμες, με τους Μποζτορζάν Μπαραμπά, Γκρεγκορί Γκαντεμπουά, Αντρέα Βάσκοβιτς, Ελίς Σάμπο κα.

Η ιδιαίτερη κινηματογραφική ματιά του δημιουργού του αριστουργηματικού και οσκαρικού «Ο Γιος του Σαούλ», δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη ακόμη και σε μία μικρής κλίμακας ταινία, όπως είναι τούτο δω το δράμα εποχής, που στηρίζεται στα βιώματα του πατέρα του.

Ο Λάσλο Νέμες, έπειτα από επτά χρόνια απουσίας και το ενδιαφέρον «Δύση Ηλίου», επανέρχεται με τη γνώριμη αφηγηματική και καλλιτεχνική δεξιοτεχνία του, αλλά δείχνοντας συμβιβασμένος με τα όσα έχει καταφέρει μέχρι σήμερα και δίχως να τολμά να κάνει ένα βήμα μπροστά, να φέρει φρέσκες ιδέες, να ξαναβρεί το πάθος του «Σαούλ».

Αρκούμενος στην τεχνική αρτιότητα, την εξαίρετη διεύθυνση φωτογραφίας, το άψογο στήσιμο των κάδρων του, ο Νέμες, μας μεταφέρει στα τέλη της δεκαετίας του ‘50, στον απόηχο των γεγονότων του 1956 στην Ουγγαρία, με μια ακόμη οδυνηρή ιστορία ενηλικίωσης.

Ένα αγόρι, που είχε ζήσει σε ορφανοτροφείο, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επειδή ο πατέρας του είχε σταλεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επανενώνεται με τη μητέρα του, η οποία κρυβόταν για να επιβιώσει. Λίγα χρόνια μετά, στη Βουδαπέστη του 1957, έναν χρόνο μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1956 ενάντια στο καθεστώς, η οικογενειακή ισορροπία θα διαταραχθεί περαιτέρω όταν εμφανιστεί μια μυστηριώδης αντρική παρουσία, που αναπτύσσει μία ιδιαίτερη οικειότητα με τη μητέρα του, ενώ ο Αντόρ, που βυθίζεται όλο και περισσότερο με οργή, θα έρθει αντιμέτωπος με τα σκληρά μυστικά του παρελθόντος.

Το σενάριο, που έγραψε ο Νέμες μαζί με την Κλάρα Ρουαγιέ, δείχνει αρρυθμίες, καθώς στο πρώτο μισό της ιστορίας του, απλώνεται πλαδαρά και κυριαρχεί η νωθρή ατμόσφαιρα, χωρίς τις στοιχειώδεις εξάρσεις ενδιαφέροντος, ενώ στο τέλος το φιλμ μοιάζει βιαστικό, μέσα από εξελίξεις που θα μπορούσαν να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο και να στερεώσουν το αφήγημα του σκηνοθέτη.

Ωστόσο, η σκηνοθετική ματιά του Νέμες δεν χάνει τη γοητεία της, ενώ τα μελετημένα πλάνα, χρωματισμένα σε τόνους πολυκαιρισμένης φωτογραφίας, θα αναδείξουν το βαρύ κλίμα της εποχής και μιας αμφίσημης νοσταλγίας.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βενετίας, μπορεί να δείχνει αποπροσανατολισμένη και να χάνει το κέντρο βάρους της ιστορίας της, να μην κερδίζει κάτι και από τις ερμηνείες, καθώς οι περισσότεροι χαρακτήρες μένουν στην επιφάνεια, αλλά παραμένει πάντα ένα έργο του Νέμες, που αξίζει να παρακολουθήσει ένας σινεφίλ.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… 1957, Βουδαπέστη. Μετά την εξέγερση ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς, ένα νεαρό Εβραιόπουλο, ο Άντορ, μεγαλωμένος από τη μητέρα του με εξιδανικευμένες ιστορίες για τον «νεκρό» πατέρα του, βλέπει τον κόσμο του να ανατρέπεται όταν ένας άντρας εμφανίζεται ισχυριζόμενος πως είναι ο πραγματικός του πατέρας…

Ο Άγνωστος της Μεγάλης Αψίδας

(«L’Inconnu de la Grande Arche») Βιογραφικό δράμα, γαλλικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Στεφάν Ντεμουστιέ, με τους Κλάες Μπανγκ, Ξαβιέ Ντολάν, Σίντσε Μπάμπετ Κνούντσεν, Σουόν Αρλό, Μισέλ Φο κα.

Την ιστορία γύρω από το φαραωνικό έργο Μεγάλη Αψίδα της Ντεφάνς, στο Παρίσι, που ξεκίνησε το 1983 ως εμβληματικό έργο, για τον θρίαμβο του σύγχρονου ανθρώπου και την επέτειο των 200 χρόνων από την Γαλλική Επανάσταση και κατέληξε, μερικά χρόνια μετά, σαν ένα ακόμη έργο, με μουρμούρες, περικοπές, υπόνοιες για οικονομικές ατασθαλίες και περιορισμούς στην καλλιτεχνική έμπνευση, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ο Στεφάν Ντεμουστιέ, βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Λορένς Κος.

Περισσότερο, όμως, είναι μία βιογραφική ταινία, γύρω από τον αρχιτέκτονα, Ότο Φον Σπρέκελσεν, έναν Δανό ιδεαλιστή, με ισχυρό χαρακτήρα, που θα βρει απέναντί του, την πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, τη γαλλική γραφειοκρατία, τα ψέματα και τα συμφέροντα, που δείχνουν πιο ισχυρά από τη μοναχική πορεία ενός πνευματικού ανθρώπου.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Καννών και στο Τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, μετά το αξιόλογο και παρόμοιου θέματος, «Brutalist», έρχεται να υπενθυμίσει τη διαφορά μεταξύ ενός οραματιστή, ενός «καλλιτέχνη» αρχιτέκτονα και των ανθρώπων που ξέρουν μόνο από κατασκευαστικά έργα – εν προκειμένω ενός κρατικού μηχανισμού που έχει πολύ σοβαρότερα θέματα να επιλύσει από την ανέγερση μίας αψίδας.

Το 1983, ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν αποφασίζει να κάνει διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για ένα εμβληματικό έργο: τη Μεγάλη Αψίδα της Ντεφάνς, που θα τοποθετηθεί στην ίδια γραμμή με τον Λούβρο και την Αψίδα του Θριάμβου. Ενάντια σε όλες τις προβλέψεις, ο Ότο Φον Σπρέκελσεν, ένας άγνωστος Δανός αρχιτέκτονας, κερδίζει τον διαγωνισμό. Μέσα σε ένα βράδυ φθάνει στο Παρίσι και μπαίνει στο τιμόνι αυτού του φαραωνικού σχεδίου. Ενώ ο αρχιτέκτονας σκοπεύει να χτίσει τη Μεγάλη Αψίδα ακριβώς όπως την οραματίστηκε, οι ιδέες του γρήγορα συγκρούονται με τους ρεαλιστικούς περιορισμούς και τις πολιτικές αντιξοότητες.

Η κατά βάση ακαδημαϊκή προσέγγιση του σκηνοθέτη (με εξαίρεση τη φανταστική προσθήκη της συζύγου του Σπρέκελσεν), έχει πάντα στο κέντρο τον ονειροπόλο αρχιτέκτονα, που συμπεριφέρεται ως παθιασμένος καλλιτέχνης, παρά ως ένας συμβατικός αρχιτέκτονας. Έναν άνθρωπο, έτοιμο να συγκρουστεί για την ακέραιη υλοποίηση του αρχιτεκτονικού του οράματος, αλλά απομακρύνεται συνεχώς από το σχέδιό του, από τα συνεχή εμπόδια, τις περικοπές, τις καθυστερήσεις, τις γραφειοκρατικές λεπτομέρειες, που υψώνονται πάνω από τα 110 μέτρα της αψίδας του.

Αν και συμβατική, η αφήγηση μεταδίδει τη συντριβή του διορατικού αρχιτέκτονα μπροστά στη ρεαλιστική πραγματικότητα, ενός πολύπλοκου μηχανισμού, που θέλει κάτι μεγαλεπήβολο, αλλά ενταγμένο στα πρέπει και στη λογική του γαλλικού κράτους.

Πειστικός στον κεντρικό ρόλο ο Κλάες Μπανγκ, ικανοποιητικοί κάποιοι απ’ τους δεύτερους ρόλους, εντελώς άστοχη επιλογή ο Μισέλ Φο, για τον ρόλο του Μιτεράν.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας άγνωστος Δανός αρχιτέκτονας κερδίζει τον διαγωνισμό για την κατασκευή της Μεγάλης Αψίδας της Ντεφάνς και ρίχνεται με τα μούτρα στην υλοποίηση του μεγαλεπήβολου σχεδίου. Σύντομα όμως οι ιδέες του συγκρούονται με τους ρεαλιστικούς περιορισμούς και τις πολιτικές αντιξοότητες.

Άπειρη Γη

Δραματική ταινία, ελληνικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαζωμένου, με τους Αλέξανδρο Νταβρή, Ελένη Κόρδα, Βασίλη Σιάφη κα.

Ένας ύμνος στη γη της Ηπείρου και στους ανθρώπους της, αλλά και μία ιστορία γεμάτη από ανοιχτές πληγές. Ένας τόπος ξεχασμένος, που δύσκολα μπορεί να βρει απάντηση στα πολλά γιατί και πολλές φορές στα απόκρημνα τοπία, αντηχεί μόνο το μοιρολόι, ως ένδειξη της εγκατάλειψης.

Ο Βασίλης Μαζωμένος, στην ενδέκατη ταινία του, εκφράζει το πάθος του για την Ήπειρο, με μία αντισυμβατική ποιητική προσέγγιση, μακριά από τα καθιερωμένα λαογραφικά στερεότυπα, αγκαλιάζοντας τους βράχους, τα ποτάμια, τους γκρεμούς και τα πέτρινα γεφύρια, αλλά και τους ανθρώπους, που επιμένουν να μάχονται για να μη μείνει ένας τόπος αδειανός.

Σε ένα ηπειρώτικο χωριό, ο Λάζαρος σκοτώνεται κατά λάθος στο κυνήγι. Η τραγωδία συγκλονίζει την κοινότητα, αλλά ο ερχομός του παιδιού του ξαναφέρνει τη χαρά. Ο νεαρός Λάζαρος μεγαλώνει, ερωτεύεται και παντρεύεται τη Χάιδω. Η φτώχεια τούς αναγκάζει να μεταναστεύσουν. Η επαφή με τις ρίζες του χάνεται. Αλλά ο χρόνος κύκλους κάνει και το συνονόματο εγγόνι του συνεχίζει στον δρόμο που κληρονόμησε από τους προγόνους του.

Μπορεί η ταινία του Μαζωμένου να έχει τις αδυναμίες μίας μικρής, με πενιχρά μέσα, ελληνικής παραγωγής, αλλά η σημασία της τις ξεπερνά καθώς αναδεικνύει το μείζον: Την εγκατάλειψη ενός τόπου, που γίνεται τραύμα και κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Η μετανάστευση χτυπά αλύπητα, θολώνοντας τα χαμόγελα, που άνθιζαν κάποτε, δίπλα στη σκληρή πέτρα. Οι καφενέδες άδειασαν, όπως και τα κρασοπότηρα, το ηπειρώτικο τραγούδι επιστρέφει στα βάθη της γης και η πραγματική ζωή αναπληρώνεται από τις τουριστικές διαφημίσεις.

Ο Μαζωμένος, με ποιητική λιτότητα και αποφεύγοντας, αυτή τη φορά, σε μεγάλο βαθμό τους συμβολισμούς του, έχοντας στη διεύθυνση φωτογραφίας τον Στέλιο Πίσσα, να δίνει μία αυστηρότητα στο φυσικό φως, παραμένει επικριτικός για το πορτρέτο μιας χώρας που θέλει να ξεχάσει τις ρίζες της, να πετάξει από πάνω της ότι μπορεί να την κρατήσει όρθια.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Σε ένα χωριό της Ηπείρου, ο Λάζαρος σκοτώνεται κατά λάθος στο κυνήγι. Η έγκυος γυναίκα του γεννά λίγο μετά και το παιδί παίρνει το όνομά του. Μεγαλώνοντας, ο νεαρός Λάζαρος παντρεύεται τη Χάιδω αλλά ξενιτεύεται.

Dog of God

(«Dieva Suns») Ταινία κινούμενων σχεδίων, λετονικής και αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ράιτις και Λάουρις Άμπελε.

Τολμηρό, αλληγορικό, αυστηρώς ενήλικο animation, από τη νέα σχολή κινουμένων σχεδίων της Λετονίας, που έκανε το «μπαμ» πέρυσι με το έξοχο «Flow: Η Γάτα Που Δεν Φοβόταν Το Νερό», κερδίζοντας το Όσκαρ κινουμένων σχεδίων.

Βέβηλο, ιερόσυλο, μία σωστή κατάβαση στην άβυσσο των ανθρώπινων αδυναμιών, μία καυστική σάτιρα της υποκρισίας των ανθρώπων, το φιλμ εξερευνά τη δυναμική της εξουσίας, της ντροπής και της καταδίκης, μέσα από το πρίσμα της θρησκοληψίας, του σεξ και της μαγείας, με τα αδέλφια Άμπελε να ξεπερνούν τα όρια ή για την ακρίβεια να τα αγνοούν εντελώς.

Βασισμένη σε ένα αληθινό περιστατικό του 17ου αιώνα, στις ανατολικές ακτές της Βαλτικής, η ταινία μιλά για τη μοναδική καταγεγραμμένη δίκη ανθρώπου που θεωρήθηκε λυκάνθρωπος, μία ιστορία που έχει περάσει στη λαϊκή παράδοση της χώρας.

Σε ένα χωριό της Λιβονίας, οι αγρότες πίνουν μέχρι αναισθησίας και μαζί τους οι αριστοκράτες της περιοχής, που ενδίδουν στις σαρκικές απολαύσεις. Όταν ένα αρχαίο κειμήλιο εξαφανίζεται, μια γυναίκα κατηγορείται για μαγεία, γεγονός που ωθεί τον αυτοαποκαλούμενο Λυκάνθρωπο – γνωστό και ως «Σκύλο του Θεού» – να εμφανίσει ένα μοναδικό δώρο, τους «όρχεις του Διαβόλου», βυθίζοντας την κοινότητα στην τρέλα, σε έναν βάλτο σεξ και βίας.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, το στόρι και πολύ περισσότερο η εικονογράφηση, δεν προσφέρεται για το ευρύ κοινό, καθώς οι σκηνές πολλές φορές γίνονται σκληρές στα όρια του γκραν γκινιόλ και ταυτόχρονα, με γκροτέσκα διάθεση, χωρίς όμως να χάνει την τόλμη της και τη διείσδυση στην ανθρώπινη φύση. Μια ιστορία για την καταπίεση της εξουσίας, τον Χριστιανισμό και το σεξ, που συνδυάζει τον μεσαιωνικό μυστικισμό με τη σύγχρονη ψυχεδέλεια.

Γυρισμένο με την χειροποίητη τεχνική rotoscope animation, με την οποία οι δημιουργοί σχεδιάζουν πάνω σε πραγματικά βίντεο, με αληθινούς ηθοποιούς, καρέ – καρέ, για να φτάσουν κοντά στη ρεαλιστική κίνηση, αλλά και μιας αληθοφάνειας που ακουμπά στη σημερινή πραγματικότητα.

Μία κινηματογραφική εμπειρία, που θα αγκαλιάσουν όσοι ελκύονται από το παράξενο, το σουρεαλιστικά ανησυχητικό σύμπαν, που δημιουργούν ανάγωγα και αμετανόητα οι αδελφοί Άμπελε.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Σε ένα λετονικό χωριό του 17ου αιώνα, η κλοπή ενός ιερού κειμηλίου πυροδοτεί κατηγορίες για μαύρη μαγεία, ενώ εμφανίζεται ένας 80χρονος, αυτοαποκαλούμενος λυκάνθρωπος, γνωστός ως ο Σκύλος του Θεού, φέρνοντας μαζί του ένα μυστηριώδες δώρο: τους Όρχεις του Διαβόλου. Η άφιξή του πυροδοτεί μια αλυσίδα απρόβλεπτων γεγονότων που κορυφώνεται σε ένα ξέφρενο όργιο.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Είσαι Ετοιμος; 2 («Ready or Not 2: Here I Come»)

Εφτά χρόνια μετά την επιτυχία της πρώτης αμερικάνικης ταινίας, που ξέφευγε ευδιάκριτα από την χολιγουντιανή τρομοπαραγωγή, το σίκουελ των Ματ Μπετινέλι-Όλπιν και Τάιλερ Τζίλετ, καλεί τους θιασώτες του είδους σε μια συνέχεια το ίδιο διασκεδαστική. Συνδυάζοντας και πάλι τη μαύρη κωμωδία, την ταξική σάτιρα, το θρίλερ και το σπλάτερ, οι δημιουργοί του θα φέρουν σε πρώτο πλάνο την αδελφική πίστη, την αιματηρή εκδίκηση και το παιχνίδι εξουσίας, προχωρώντας το στόρι τους στο επόμενο στάδιο του εφιαλτικού παιχνιδιού, με την Γκρέις και την αποξενωμένη αδελφή της Φέιθ στο πλευρό της, να έχουν μόνο μία ευκαιρία για να επιβιώσουν και να διεκδικήσουν την Ανώτατη Θέση που ελέγχει τον κόσμο. Όλα τα στοιχεία της πρώτης ταινίας βρίσκονται και πάλι εδώ, όπως και το ευπρόσωπο καστ με Σαμάρα Γούιβινγκ, Κάθριν Νιούτον, Σάρα Μισέλ Γκέλαρ, Σον Χάτοσι, Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, Ελάιτζα Γουντ.

Θα Σε Σκοτώσουν («They Will Kill You»)

Η δεύτερη ταινία τρόμου της εβδομάδας και αυτή πάνω από τα συνήθη επίπεδα του αμερικάνικου κινηματογραφικού horror, από τον Κίριλ Σοκόλοφ. Μια νεαρή γυναίκα, παγιδευμένη στη σκοτεινή φωλιά μίας σατανικής αίρεσης, στο κέντρο του Μανχάταν, πρέπει να επιβιώσει για μια νύχτα, για να μη γίνει η επόμενη θυσία τους. Μπορεί η αλληγορία για την αριστοκρατική σατανική οικογένεια και την εξολόθρευσή της από μία κοπέλα, που σπούδασε τη ζωή στις φυλακές, να είναι προφανής, αλλά έχει την πλάκα του και ιδίως με τους τρόπους που εξοντώνει η ηρωίδα τους σατανιστές. Παίζουν οι Ζάζι Μπιτς, Μαϊχάλα, Τομ Φέλτον, Πατρίσια Αρκέτ κα.

Όργουελ: 2+2=5 («Orwell: 2+2=5»)

Ο Ραούλ Πεκ, έπειτα από το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Δεν Είμαι Ο Νέγρος Σου», επιστρέφει με ένα ακόμη ντοκιμαντέρ, που συνδέει, μέσα από πρωτότυπα χειρόγραφα και επιστολές του Τζορτζ Όργουελ αλλά και σπάνιο αρχειακό υλικό, τον λόγο του δημιουργού του «1984», με τη σημερινή εποχή της ψηφιακής χειραγώγησης. Το φιλμ, αμερικάνικης παραγωγής 2025, που έκανε πρεμιέρα στις Κάννες, αναδεικνύει συναρπαστικά την επικαιρότητα των κειμένων του Όργουελ, αλλά και τον κεκαλυμμένο φασισμό που μας κατακλύζει.

Δαβίδ: Το Αγόρι που Έγινε Θρύλος («David»)

Η ώρα του παιδιού και όλης της οικογένειας, αλλά και των επερχόμενων άγιων ημερών του Πάσχα, με αυτό το ψηφιακό animation, για την πασίγνωστη βιβλική ιστορία του Δαβίδ. Γυρισμένο εντυπωσιακά και αρκούντως συμβατικά, από τους Φιλ Κάνιγκχαμ και Μπρεντ Νταζ και σε παραγωγή των αμερικάνικων ανεξάρτητων Angel Studios, που προωθούν κυρίως ταινίες για τη χριστιανική πίστη και τις ηθικές αξίες. Η ταινία προβάλλεται και μεταγλωττισμένα στα ελληνικά.

AΠΕ-ΜΠΕ

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies