Όταν η ζωή συνεχίζει να μιλά μετά τον θάνατο

Η ανθρώπινη μοίρα και η θεία δικαιοσύνη, με αφορμή την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου (Λουκ. 16,19–31)

  • Πέτρος Δ. Δαμιανός, Δρ. Φιλοσοφίας – Διδακτικό Προσωπικό ΕΜΠ

Υπάρχει κάτι βαθιά συγκλονιστικό στην παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου. Δύο άνθρωποι, που έζησαν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον και συνάμα τόσο μακριά, συναντώνται μετά τον θάνατο μέσα σε μια πραγματικότητα όπου οι επίγειες συνθήκες έχουν ανατραπεί. Ο ένας, που είχε τα πάντα, στερείται πλέον και την παραμικρή ανακούφιση. Ο άλλος, που δεν είχε τίποτε, αναπαύεται στους κόλπους του Αβραάμ.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δραματική αντιστροφή, μια λεπτομέρεια μοιάζει να ανοίγει ένα παράθυρο προς ένα βαθύτερο μυστήριο. Ο πλούσιος θυμάται τα πέντε αδέλφια του. Γνωρίζει ότι εξακολουθούν να ζουν και ζητά να σταλεί ο Λάζαρος για να τα προειδοποιήσει.

Είναι άραγε μόνο η μνήμη που τον συνδέει με εκείνους; Είναι η αγωνία για ανθρώπους που άφησε πίσω του; Ή μήπως έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει κάτι από τη ζωή που εξακολουθούν να ζουν;

Ο Χριστός δεν μας αποκαλύπτει την απάντηση. Ίσως επειδή το κύριο μήνυμα της παραβολής βρίσκεται αλλού. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: τελειώνει άραγε η σχέση του ανθρώπου με τον επίγειο κόσμο τη στιγμή που κλείνει τα μάτια του;

Εκείνοι που έφυγαν και όμως παραμένουν κοντά μας

Η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας μοιάζει να μας προσφέρει μια αφορμή για να στοχαστούμε πάνω σε αυτό το ερώτημα.

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει διηγήσεις για αγίους που εμφανίστηκαν σε στιγμές κινδύνου, για μια απροσδόκητη προστασία, για μια προειδοποίηση που πρόλαβε μια συμφορά, για μια βοήθεια που ήρθε όταν όλα φαίνονταν χαμένα; Και πόσες από αυτές τις μαρτυρίες δεν αναφέρονται σε περιστατικά όπου κανείς δεν είχε προηγουμένως επικαλεστεί τη βοήθειά τους;

Η Εκκλησία διαφυλάσσει μέσα στους αιώνες αυτή την εμπειρία της παρουσίας των αγίων. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για την αξίωση ότι κάθε ανθρώπινη διήγηση είναι αναμφισβήτητη. Πρόκειται για τη βαθιά εκκλησιαστική πεποίθηση ότι η αγάπη δεν σβήνει με τον θάνατο και ότι όσοι ζουν εν Χριστώ δεν αποκόπτονται από την ανθρώπινη οικογένεια.

Αν, λοιπόν, ένας άγιος μπορεί να γνωρίζει τον κίνδυνο ενός ανθρώπου, τη δοκιμασία του, την ανάγκη του, τότε ο θάνατος δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ένα αδιαπέραστο τείχος ανάμεσα στη συνείδηση του κεκοιμημένου και στα γεγονότα της γης.

Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι οι άγιοι γνωρίζουν τα πάντα. Ούτε ότι παρακολουθούν αδιάκοπα κάθε ανθρώπινη στιγμή. Η Εκκλησία αποδίδει αυτή τη δυνατότητα στη χάρη του Θεού.

Αλλά μια πόρτα του στοχασμού έχει ήδη ανοίξει.

Αν η γνώση της επίγειας ζωής είναι δυνατή μετά τον θάνατο, ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι και άλλοι κεκοιμημένοι ενδέχεται να γνωρίζουν κάτι από όσα εξακολουθούν να συμβαίνουν στον κόσμο; Χωρίς να επεμβαίνουν, χωρίς να μεταβάλλουν τα γεγονότα, ίσως απλώς γνωρίζοντας.

Οι πράξεις μας ταξιδεύουν μακρύτερα από εμάς

Ο άνθρωπος φεύγει από τον κόσμο, αλλά δεν φεύγουν πάντοτε μαζί του οι συνέπειες της ζωής του.

Ένας σκληρός λόγος μπορεί να πληγώσει μια ψυχή και το τραύμα της να μεταφερθεί, αθόρυβα, σε επόμενες γενιές. Μια αδικία μπορεί να γεννήσει άλλες αδικίες, πολύ μετά τον θάνατο εκείνου που την προκάλεσε.

Αλλά και μια πράξη καλοσύνης μπορεί να γίνει η αρχή μιας αλυσίδας αγαθών, που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μετρήσει. Μια θυσία μπορεί να σώσει ζωές ανθρώπων που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Ένας λόγος αλήθειας μπορεί να φωτίζει συνειδήσεις αιώνες μετά τη σιγή εκείνου που τον πρόφερε.

Η ζωή μας, λοιπόν, δεν περιορίζεται στα χρόνια που μας δόθηκαν. Οι συνέπειές της συνεχίζουν το ταξίδι τους μέσα στον χρόνο.

Κι εδώ αναδύεται μια σκέψη.

Αν οι κεκοιμημένοι έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν γεγονότα της γης, μήπως μπορούν να αντικρίζουν και την πορεία εκείνων των πράξεων που άφησαν πίσω τους; Μήπως βλέπουν το καλό τους να καρποφορεί εκεί όπου ποτέ δεν φαντάστηκαν; Ή το κακό τους να πληγώνει ανθρώπους που ποτέ δεν γνώρισαν;

Και μήπως έτσι κατανοούν βαθύτερα, όχι μόνο τι έπραξαν, αλλά και τι πραγματικά σήμαιναν οι πράξεις τους;

Δεν γνωρίζουμε αν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μπορούμε όμως να το συλλογιστούμε ως μια δυνατότητα που δεν αντιφάσκει αναγκαστικά με όσα η εκκλησιαστική εμπειρία μάς επιτρέπει να υποθέσουμε για τη μεταθανάτια ύπαρξη.

Το μεγάλο μυστήριο της τελικής κρίσεως

Η Εκκλησία διακρίνει την ιδιαίτερη κρίση του ανθρώπου μετά τον θάνατο από την τελική κρίση κατά τη Δευτέρα Παρουσία.

Αλλά γιατί υπάρχει αυτή η διάκριση; Γιατί η τελική κρίση τοποθετείται στο τέλος της ιστορίας και όχι απλώς στη στιγμή που τελειώνει η επίγεια ζωή του καθενός;

Η απάντηση της Εκκλησίας συνδέεται με την ανάσταση των νεκρών, την πληρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και την ανακαίνιση ολόκληρης της δημιουργίας.

Ίσως όμως υπάρχει χώρος και για έναν ακόμη στοχασμό.

Ο Θεός γνωρίζει από την αρχή ολόκληρη την αλήθεια κάθε ανθρώπινης ζωής. Βλέπει όλες τις συνέπειες των πράξεών μας, ακόμη και εκείνες που θα εμφανιστούν αιώνες αργότερα. Η δικαιοσύνη Του δεν χρειάζεται τον χρόνο για να ολοκληρωθεί.

Εμείς όμως δεν είμαστε παντογνώστες.

Όσο ζούμε, γνωρίζουμε μόνο αποσπάσματα της ιστορίας μας. Δεν βλέπουμε πάντοτε το βάθος μιας πληγής που προκαλέσαμε ούτε το απροσδόκητο καλό που γεννήθηκε από μια μικρή μας πράξη.

Μήπως, λοιπόν, η αναμονή της τελικής κρίσεως συνδέεται και με την ολοκλήρωση αυτής της ιστορίας;

Μήπως η στιγμή κατά την οποία όλα θα φανερωθούν είναι και η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος θα μπορέσει να αντικρίσει, στην πληρότητά του, το αποτύπωμα της ζωής του μέσα στον κόσμο;

Τότε η θεία κρίση δεν θα είναι μόνο η αποκάλυψη μιας δικαιοσύνης που ο Θεός γνωρίζει ανέκαθεν. Θα μπορούσε να είναι και η στιγμή κατά την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος θα αναγνωρίσει το δίκαιο αυτής της κρίσεως, βλέποντας όσα δεν μπορούσε να γνωρίζει όταν ζούσε.

Όχι επειδή ο Θεός έχει ανάγκη να αποδείξει τη δικαιοσύνη Του, αλλά επειδή ο άνθρωπος ίσως χρειάζεται να αντικρίσει ολόκληρη την αλήθεια για να την κατανοήσει.

Η τελευταία συνάντηση με την αλήθεια

Ας επιστρέψουμε για μια στιγμή στον πλούσιο της παραβολής.

Πέρασε τη ζωή του χωρίς να βλέπει πραγματικά τον Λάζαρο, μολονότι εκείνος βρισκόταν καθημερινά στην πόρτα του. Και μετά τον θάνατο, τον βλέπει επιτέλους. Βλέπει τον άνθρωπο που η ευμάρειά του τον είχε εμποδίσει να προσέξει.

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο συγκλονιστικές διαστάσεις της παραβολής: ο άνθρωπος μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή του χωρίς να συνειδητοποιήσει το πραγματικό βάρος της παρουσίας ή της απουσίας του στη ζωή των άλλων.

Και ίσως η τελική κρίση να περιλαμβάνει και αυτή τη μεγάλη αποκάλυψη.

Να δούμε επιτέλους εκείνους που δεν είδαμε. Να κατανοήσουμε τον πόνο που προσπεράσαμε, αλλά και τη χαρά που προσφέραμε χωρίς να το γνωρίζουμε. Να αναγνωρίσουμε πώς η δική μας μικρή ιστορία συνδέθηκε με την ιστορία αναρίθμητων άλλων ανθρώπων.

Όλα αυτά παραμένουν ένας θεολογικός στοχασμός, όχι βεβαιότητα για τα μυστήρια της άλλης ζωής.

Αλλά ίσως μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε την τελική κρίση όχι μόνο με τον φόβο της καταδίκης, αλλά και με το δέος της αλήθειας.

Γιατί ίσως στο τέλος των αιώνων δεν θα αντικρίσουμε μόνο τη δικαιοσύνη του Θεού. Θα αντικρίσουμε, για πρώτη φορά ολόκληρη, την αλήθεια της δικής μας ζωής.

ΠΗΓΗ: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.

Ακολούθησε το ORTHODOXIANEWSAGENCY.gr στο Google News και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies