Τι αποκαλύπτουν οι ισολογισμοί της Pizza Fan: Μέσα σε μία δεκαετία τριπλασίασε τον τζίρο, αλλά τα κέρδη εμφανίζονταν μονίμως πενιχρά
Πώς γίνεται μια εταιρεία να τριπλασιάζει τον τζίρο της μέσα σε μία δεκαετία και από τα 19,8 εκατ. ευρώ να φτάνει να πραγματοποιεί πωλήσεις άνω των 60 εκατ. ετησίως και, παρ’ όλα αυτά, να εμφανίζει στους ισολογισμούς της καθαρά κέρδη που μετά βίας ξεπερνούν το μισό εκατομμύριο ευρώ (συγκεκριμένα 533.112 ευρώ το 2025), δηλαδή λιγότερο από το 1% των συνολικών εσόδων; Αυτό είναι το καίριο ερώτημα που ανακύπτει από την εξέταση των οικονομικών στοιχείων της Pizza Fan, της γνωστής αλυσίδας εστίασης που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις μεγαλύτερες υποθέσεις φοροδιαφυγής της χώρας μας.
Μια ματιά στον πίνακα των ισολογισμών της εταιρείας αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τι συνέβαινε. Η εντυπωσιακή αυτή απόκλιση μεταξύ τζίρου και καθαρών κερδών αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το βάρος των αποκαλύψεων της Ελληνικής Αστυνομίας για τη χρήση ειδικού λογισμικού από τους ιθύνοντες των καταστημάτων πίτσας που φέρεται να επέτρεπε την απόκρυψη εκατομμυρίων ευρώ από τις φορολογικές αρχές. Μέσω του συγκεκριμένου μηχανισμού φέρεται να αποκρύφτηκε φορολογητέα ύλη άνω των 150 εκατομμυρίων ευρώ την περίοδο 2016-2026, με την εκτιμώμενη ζημία για το ελληνικό Δημόσιο από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ να υπερβαίνει τα 35 εκατομμύρια ευρώ. Θυμίζουμε ότι έχουν ασκηθεί ήδη κακουργηματικές διώξεις, ενώ ο ιδρυτής της αλυσίδας, Κωνσταντίνος Αντάρας, κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος μετά την απολογία του προχθές, αρνούμενος τις κατηγορίες που του αποδίδονται.
Από τα 19,8 στα 60,4 εκατομμύρια ευρώ μέσα σε δέκα χρόνια
Αν ρίξουμε μια πιο ενδελεχή ματιά στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας «Φανατίκς Πίτσα Παροχή Υπηρεσιών και Εκμετάλλευσης Εστιατορίων ΕΠΕ» θα δούμε πως το 2016, με κύκλο εργασιών 19,8 εκατομμυρίων ευρώ, η εταιρεία εμφάνιζε καθαρά κέρδη μόλις 100.000 ευρώ, ενώ το 2017, παρά την αύξηση των πωλήσεων στα 23,1 εκατομμύρια, τα κέρδη παρέμειναν στα ίδια περίπου επίπεδα. Το 2018 ο τζίρος ανέβηκε περαιτέρω, στα 27,2 εκατομμύρια ευρώ, με σχεδόν μηδενικό καθαρό αποτέλεσμα ως προς τα κέρδη, ενώ το 2019, παρότι οι πωλήσεις άγγιξαν τα 30 εκατομμύρια ευρώ, η εταιρεία κατέγραψε ζημίες περίπου 300.000 ευρώ.
Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, χωρίς να ανακοπεί ούτε από την πανδημία. Το 2020 οι πωλήσεις ανήλθαν στα 32,6 εκατομμύρια ευρώ, με καθαρά κέρδη 800.000 ευρώ, ενώ το 2021 ο τζίρος έφτασε τα 36,4 εκατομμύρια και τα κέρδη τα 1,4 εκατομμύρια ευρώ. Το 2022 καταγράφηκαν έσοδα 42,9 εκατομμυρίων ευρώ και καθαρά κέρδη επίσης 1,4 εκατομμυρίων, ενώ το 2023 οι πωλήσεις ανέβηκαν στα 46,3 εκατομμύρια, με καθαρό αποτέλεσμα 1,6 εκατομμυρίων ευρώ. Το 2024 η εταιρεία ξεπέρασε για πρώτη φορά το φράγμα των 50 εκατομμυρίων ευρώ σε ετήσιο τζίρο, φτάνοντας τα 51 εκατομμύρια, με τα κέρδη να διαμορφώνονται και πάλι κοντά στα 1,6 εκατομμύρια ευρώ.
Η μεγαλύτερη αντίφαση εντοπίζεται στην τελευταία δημοσιευμένη οικονομική χρήση, εκείνη του 2025. Παρότι οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 18,6% και έφτασαν τα 60,44 εκατομμύρια ευρώ, τα καθαρά κέρδη περιορίστηκαν από 1,59 εκατομμύρια σε μόλις 533.112 ευρώ, καταγράφοντας πτώση 66,5%. Με άλλα λόγια, η εταιρεία πραγματοποίησε περίπου 9,5 εκατομμύρια ευρώ περισσότερες πωλήσεις σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, αλλά εμφάνισε κατά 1,06 εκατομμύρια ευρώ λιγότερα καθαρά κέρδη. Την ίδια περίοδο, τα κέρδη προ φόρων μειώθηκαν από 2,18 εκατομμύρια ευρώ σε περίπου 773.000 ευρώ.
Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η συνολική εικόνα της δεκαετίας. Από το 2016 έως και το 2025, η εταιρεία εμφάνισε αθροιστικά περίπου 369,5 εκατομμύρια ευρώ κύκλο εργασιών, ενώ τα συνολικά καθαρά κέρδη της, με βάση τα στρογγυλοποιημένα οικονομικά στοιχεία κάθε χρήσης, ανήλθαν σε μόλις 7,2 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ πωλήσεων της συγκεκριμένης περιόδου απέμεναν, κατά μέσο όρο, λιγότερα από 2 ευρώ καθαρού λογιστικού κέρδους. Πρόκειται για μια οικονομική εικόνα που προκαλεί εύλογο προβληματισμό, ιδιαίτερα δε όταν συνεξετάζεται με τα ευρήματα της έρευνας για τη διαχείριση και καταγραφή των πραγματικών εισπράξεων στο δίκτυο καταστημάτων της Pizza Fan.
Όσο αυξάνονταν οι πωλήσεις, τόσο πιέζονταν τα περιθώρια κέρδους
Η συμπίεση της κερδοφορίας αποτυπώνεται και σε άλλους βασικούς οικονομικούς δείκτες. Το περιθώριο μικτού κέρδους της εταιρείας, δηλαδή το ποσοστό των πωλήσεων που απομένει μετά την αφαίρεση του άμεσου κόστους των πωληθέντων, βρισκόταν στο 41% το 2016, ενώ το 2025 είχε περιοριστεί στο 34,4%. Παράλληλα, τα μικτά κέρδη αυξήθηκαν από 19,2 εκατομμύρια ευρώ το 2024 σε 20,8 εκατομμύρια το 2025, καταγράφοντας άνοδο αισθητά μικρότερη από την αντίστοιχη των πωλήσεων. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος των πωληθέντων αυξανόταν ταχύτερα από τα έσοδα, περιορίζοντας το περιθώριο που απέμενε για την κάλυψη των υπόλοιπων λειτουργικών δαπανών.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει από την εξέλιξη των EBITDA, δηλαδή των κερδών πριν από τόκους, φόρους και αποσβέσεις. Από περίπου 3,8 εκατομμύρια ευρώ το 2024, υποχώρησαν σε 1,9 εκατομμύρια το 2025, σημειώνοντας μείωση σχεδόν 50%, την ώρα που οι συνολικές πωλήσεις κατέγραφαν νέο ιστορικό υψηλό. Το περιθώριο EBITDA συρρικνώθηκε από 7,5% σε 3,2%, ενώ το περιθώριο καθαρού κέρδους κατέβηκε από 3,1% στο 0,9%. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2023, με κύκλο εργασιών 46,3 εκατομμύρια ευρώ, η εταιρεία εμφάνιζε υψηλότερα λειτουργικά και καθαρά κέρδη από εκείνα που κατέγραψε δύο χρόνια αργότερα, όταν ο τζίρος της είχε αυξηθεί κατά περισσότερα από 14 εκατομμύρια ευρώ.
Βεβαίως, η περιορισμένη κερδοφορία μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη φοροδιαφυγής. Στον κλάδο της εστίασης, το κόστος πρώτων υλών, η μισθοδοσία, τα μεταφορικά, οι διαφημιστικές δαπάνες, οι αποσβέσεις και η επιθετική εμπορική πολιτική μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τα τελικά αποτελέσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον η οικονομική εικόνα που αποτυπωνόταν στους ισολογισμούς ανταποκρινόταν πλήρως στην πραγματική εμπορική δραστηριότητα και εάν υπήρχαν έσοδα που δεν καταγράφονταν από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, όπως υποστηρίζουν οι διωκτικές αρχές.
Οι τρεις επιφυλάξεις του ορκωτού και οι έξι ανέλεγκτες φορολογικές χρήσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τελευταίες οικονομικές καταστάσεις της Φανατίκς Πίτσα ΕΠΕ, οι οποίες εγκρίθηκαν στις 10 Οκτωβρίου 2026 και καταχωρίστηκαν στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο εννέα ημέρες αργότερα, στις 19 Οκτωβρίου, λίγο πριν από την αστυνομική επιχείρηση. Στο τέλος του 2025 τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας ανέρχονταν σε περίπου 4,46 εκατομμύρια ευρώ, τα ταμειακά της διαθέσιμα σε 4,86 εκατομμύρια και ο τραπεζικός δανεισμός της σε περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ. Οι συνολικές υποχρεώσεις της έφταναν τα 17,13 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς ωστόσο η εταιρεία να εμφανίζει υπερβολική εξάρτηση από τραπεζικό δανεισμό.
Οι συγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις συνοδεύονταν, όμως, από έκθεση της PKF Ευρωελεγκτικής, στην οποία ο ορκωτός ελεγκτής διατύπωνε γνώμη με επιφύλαξη. Ειδικότερα, επισήμαινε ότι δεν είχε σχηματιστεί η απαιτούμενη πρόβλεψη για επισφαλείς και επίδικες απαιτήσεις ύψους περίπου 979.000 ευρώ, καθώς και πρόβλεψη για αποζημιώσεις προσωπικού ύψους 164.000 ευρώ. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις αυτές, τα δημοσιευμένα ίδια κεφάλαια της εταιρείας εμφανίζονταν αυξημένα κατά περίπου 1,14 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με όσα θα προέκυπταν εάν είχαν αναγνωριστεί οι συγκεκριμένες επιβαρύνσεις. Πρόκειται για ουσιαστικές λογιστικές παρατηρήσεις, οι οποίες επηρεάζουν την αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής θέσης της εταιρείας.
Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τρίτη επισήμανση του ορκωτού, σύμφωνα με την οποία οι φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας δεν είχαν εξεταστεί από τις φορολογικές αρχές για τις χρήσεις από το 2020 έως και το 2025. Κατά συνέπεια, τα φορολογικά αποτελέσματα αυτών των έξι οικονομικών χρήσεων δεν είχαν οριστικοποιηθεί, ενώ δεν είχε σχηματιστεί πρόβλεψη για ενδεχόμενους πρόσθετους φόρους και προσαυξήσεις, των οποίων το ύψος δεν μπορούσε να εκτιμηθεί αξιόπιστα. Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά τις αποκαλύψεις της ΕΛ.ΑΣ., σύμφωνα με τις οποίες ο φερόμενος μηχανισμός απόκρυψης εσόδων λειτουργούσε ήδη από το 2016.
Το γεγονός ότι συγκεκριμένες φορολογικές χρήσεις παρέμεναν ανέλεγκτες δεν αποδεικνύει από μόνο του παρανομία, ούτε σημαίνει ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί επιμέρους έλεγχοι σε καταστήματα της αλυσίδας. Δημιουργεί, ωστόσο, ένα απολύτως εύλογο ερώτημα: Πώς ήταν δυνατόν μια εταιρεία με διαρκώς αυξανόμενο τζίρο, που είχε ξεπεράσει τα 60 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, να μην έχει οριστικοποιημένα φορολογικά αποτελέσματα για έξι συνεχόμενες χρήσεις, ενώ την ίδια περίοδο φέρεται να λειτουργούσε στο δίκτυό της ένας οργανωμένος μηχανισμός απόκρυψης εισπράξεων;
