Ποια Ελλάδα «βλέπουν» οι άλλοι; Είδαμε την έκθεση της Συλλογής Ειρήνης Παναγοπούλου στο Λονδίνο
Από τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο έργο του Μπράις Μάρντεν έως τις συγκρούσεις στους ελληνικούς δρόμους στην Claire Fontaine, η έκθεση στο Hellenic Centre στο Λονδίνο εξετάζει πώς η Ελλάδα έγινε τόπος επιθυμίας, φαντασίας και διεκδικήσεων.
Στο έργο του Μπράις Μάρντεν, οι μορφές των Γλυπτών του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο επαναλαμβάνονται τρεις φορές, η μία κάτω από την άλλη. Χαμηλότερα, η σύνθεση πυκνώνει σε μια σκοτεινή επιφάνεια. Το «Grove Addenda III», φτιαγμένο το 1973–1974 με κολάζ, γραφίτη και κερί μέλισσας σε χαρτί, βρίσκεται τώρα στο Λονδίνο, την πόλη όπου φυλάσσονται τα αρχαία θραύσματα που απεικονίζει. Η παρουσία του εδώ δίνει ιδιαίτερο βάρος στην έκθεση «Revisiting: Fernweh, or Nostalgia for Unknown Lands», με έργα της Συλλογής Ειρήνης Υ. Παναγοπούλου, στο Hellenic Centre.
Την επισκεφθήκαμε στο Marylebone, την εβδομάδα της Frieze, όταν το Λονδίνο συγκεντρώνει γκαλερίστες, συλλέκτες, καλλιτέχνες και ένα κοινό που μετακινείται αδιάκοπα από έκθεση σε έκθεση. Στο Hellenic Centre, η μετακίνηση έχει πολλές αφετηρίες και άνισους όρους. Περιηγητές αναζητούν την αρχαιότητα, τουρίστες φωτογραφίζουν την Ακρόπολη, μετανάστες χαράζουν διαδρομές επιβίωσης. Αρχαία γλυπτά βρίσκονται μακριά από τον τόπο τους.
Σε επιμέλεια της Κατερίνας Χατζή, η έκθεση συγκεντρώνει δεκαεπτά έργα και αρχειακό υλικό, από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα. Είναι η πρώτη παρουσίαση της συλλογής εκτός Ελλάδας και μια νέα εκδοχή της έκθεσης που εγκαινίασε, το 2025, τον χώρο της στη Βούλα. Η επιλογή εστιάζει στην Ελλάδα ως προορισμό και ως ιδέα: στις προσδοκίες όσων την πλησίασαν μέσα από την αρχαιότητα, τη μυθολογία, την τέχνη ή τον τουρισμό.
«Κάθε έργο εξετάζει την Ελλάδα όχι απλώς ως τόπο, αλλά ως ιδέα», γράφει η Ειρήνη Παναγοπούλου στο κείμενό της στον κατάλογο. Μια ιδέα που διαμορφώνεται επί αιώνες, αποκτά διαρκώς νέους θαυμαστές και συχνά δυσκολεύεται να χωρέσει την πραγματική ζωή της χώρας.
Νοσταλγία για έναν τόπο που δεν γνωρίζεις
«Fernweh»: ο πόνος για το μακρινό, η λαχτάρα να βρεθείς αλλού. Η γερμανική λέξη του τίτλου αποδίδεται ως «νοσταλγία για άγνωστους τόπους» και περιγράφει μια παράδοξη, οικεία επιθυμία. Μπορεί να αισθάνεσαι δεμένος με έναν τόπο προτού τον γνωρίσεις. Να έχεις ήδη κατοικήσει στις εικόνες του.
Η ίδια η συλλέκτρια συνδέει αυτή την επιθυμία με τη συγκρότηση της συλλογής της: «Για μένα, η συλλεκτική δραστηριότητα καθοδηγούνταν πάντα από την περιέργεια και τη λαχτάρα: την επιθυμία να συναντήσω ιδέες, ιστορίες και τόπους πέρα από τα όρια της άμεσης εμπειρίας μου».
Για πολλούς Ευρωπαίους, η Ελλάδα υπήρξε ένας τέτοιος τόπος. Οι τόμοι του «Voyage pittoresque de la Grèce» του Σουαζέλ-Γκουφιέ, έκδοση του 1782–1822, θυμίζουν πόσο καθοριστικές υπήρξαν οι περιηγητικές εκδόσεις στη διαμόρφωση αυτής της έλξης. Χαλκογραφίες, μνημεία, τοπία: μια χώρα γινόταν διαθέσιμη στο βλέμμα του αναγνώστη πολύ πριν εκείνος αποφασίσει να ταξιδέψει. Η ιστορία του ίδιου του Γάλλου διπλωμάτη και αρχαιοδίφη περιλαμβάνει, ωστόσο, και την απομάκρυνση αρχαιοτήτων. Η επιθυμία να γνωρίσεις έναν πολιτισμό μπορούσε εύκολα να συνοδευτεί από την επιθυμία να αποκτήσεις κομμάτια του.
Ο «Λόρδος Βύρων» της Ελίζαμπεθ Πέιτον, γύρω στο 1989, φέρνει αυτή τη μεγάλη ιστορία στην κλίμακα ενός μικρού πορτρέτου. Ο φιλέλληνας ποιητής αποκτά την ευάλωτη, προσωπική παρουσία που αναγνωρίζουμε στις προσωπογραφίες της. Ακριβώς δίπλα του, η φωτογραφία «Acropolis. Athens, Greece» του Μάρτιν Παρ, από το 1997, μας μεταφέρει στην εποχή του μαζικού τουρισμού. Η Ακρόπολη έχει γίνει ένας τόπος που εκατομμύρια άνθρωποι αισθάνονται πως γνωρίζουν προτού φτάσουν εκεί.
Ένα άλλο ελληνικό καλοκαίρι
Το μεγάλο lightbox της Claire Fontaine «Visions of the World (Greece, Summer 2006)», του 2006, κυριαρχεί στον χώρο με μια σκηνή σύγκρουσης στον δρόμο. Καλυμμένα πρόσωπα, πέτρες στα χέρια, σώματα στην ένταση της κίνησης. Ο τίτλος τοποθετεί αυτή την εικόνα μέσα στο ελληνικό καλοκαίρι, μια εποχή φορτωμένη με πολύ διαφορετικές προσδοκίες για τον επισκέπτη της χώρας.
Η κλίμακα του έργου επιβάλλει την παρουσία της πολιτικής σύγκρουσης στην έκθεση. Δίνει χώρο σε μια Ελλάδα που δύσκολα εντάσσεται στην αφήγηση της ανεμελιάς και της φιλοξενίας. Μαζί με τη φωτογραφία του Παρ, θέτει το ερώτημα πόσα βλέπουμε τελικά από έναν τόπο όταν φτάνουμε εκεί με έτοιμη την εικόνα του.
Στην «Οδύσσεια» του Μαρκ Σαγκάλ, έκδοση του 1974 με 82 λιθογραφίες, το ταξίδι συνδέεται με την περιπλάνηση, την απώλεια και την επιστροφή. Η επιθυμία για τον άγνωστο κόσμο συνυπάρχει με την ανάγκη να ξαναβρεί κανείς τον δικό του.
Στο έργο της Μπουσρά Χαλίλι, η μετακίνηση υπακούει σε άλλες αναγκαιότητες. Στο βίντεο «The Mapping Journey Project #8», του 2011, η διαδρομή της μετανάστευσης εγγράφεται πάνω στον χάρτη μέσα από την αφήγηση εκείνου που τη διέσχισε. Σύνορα, αναμονές και κίνδυνοι καθορίζουν το ταξίδι. Στο συγγενικό έργο «The Constellations Series, Fig. 8», η διαδρομή παίρνει τη μορφή αστερισμού.
Η Χαλίλι εισάγει ένα κρίσιμο ερώτημα στη νοσταλγία του τίτλου: ποιος μπορεί να επιλέξει τον προορισμό του; Η ελευθερία να ονειρεύεσαι έναν μακρινό τόπο απέχει πολύ από την ανάγκη να εγκαταλείψεις τον δικό σου.
Τα αρχαία, το σώμα, η σημαία
Το βλέμμα επιστρέφει στην Αθήνα μέσα από τη μεγάλη φωτογραφία του Τόμας Στρουθ «Acropolis Museum, Athens», του 2009. Κάτω από τις σύγχρονες κολόνες από σκυρόδεμα απλώνονται τα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης. Το βάρος του κτιρίου, οι τοίχοι της ανασκαφής και τα ανοίγματα ανάμεσά τους δημιουργούν μια πυκνή εικόνα της συνύπαρξης διαφορετικών εποχών.
Ακριβώς μπροστά στη μεγάλη φωτογραφία βρίσκεται το «China in a Box Dynasty» (2018) του Ροντρίγκο Τόρες, ένα γλυπτό από εφυαλωμένο κεραμικό που θυμίζει αρχαίο αγγείο. Το έργο συνδέει την κεραμική παράδοση με τη συσκευασία του φαγητού σε πακέτο, φέρνοντας μπροστά στην ανασκαφή ένα αντικείμενο που δοκιμάζει τις προσδοκίες μας για το παλιό και το πολύτιμο. Η τοποθέτησή του κάνει το βλέμμα να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα αρχαία κατάλοιπα της φωτογραφίας και σε μια σύγχρονη κατασκευή που μοιάζει να διεκδικεί τη δική της αρχαιότητα.
Ο Βλάσης Κανιάρης φέρνει την ιστορία στο ανθρώπινο σώμα. Τα «Χέρια», του 1969, από γύψο, σύρμα και ξύλο, δημιουργήθηκαν μέσα στη δικτατορία. Αποκομμένα από το σώμα, διατηρούν τη δύναμη μιας χειρονομίας, μαζί με την αίσθηση του ακρωτηριασμού. Στο «Cucumber Wrapped in Flags», του 1983, ένα αγγούρι τυλιγμένο σε σημαίες υποβάλλει τα εθνικά σύμβολα σε μια δοκιμασία χιούμορ. Το καθημερινό αντικείμενο αρκεί για να κλονίσει τη σοβαροφάνειά τους.
Η μυθολογία επιστρέφει με χρώμα, κίνηση και παιγνιώδη διάθεση στην «Παλλάδα Αθηνά ή Το Άρμα» (1989), κοινό έργο της Νίκι ντε Σεν Φαλ και του Ζαν Τενγκελί. Η πολύχρωμη θεά της Σεν Φαλ επιβαίνει στον μηχανισμό του Τενγκελί, με τροχούς, ράγα και ηλεκτρικό μοτέρ. Η αρχαία μορφή αποκτά τη ζωηρότητα ενός παράξενου παιχνιδιού, μέσα από τη συνάντηση δύο τόσο αναγνωρίσιμων καλλιτεχνικών κόσμων.
«Υπάρχουν στιγμές στη ζωή ενός συλλέκτη που τα αντικείμενα παύουν να είναι αποκτήματα και γίνονται συνοδοιπόροι σε ένα μεγαλύτερο, πιο προσωπικό ταξίδι», γράφει η Παναγοπούλου στον κατάλογο. Η συλλογή της, διαμορφωμένη σε διάστημα δύο δεκαετιών, έχει πλέον περάσει στη δημόσια θέαση. Η συνύπαρξη έργων τέχνης, βιβλίων και ιστορικών τεκμηρίων επιτρέπει στον επισκέπτη να ακολουθήσει τις δικές του συνδέσεις.
Στο Hellenic Centre, αυτές οι συνδέσεις έχουν συχνά μια δυσάρεστη αιχμή. Ο θαυμασμός των Ευρωπαίων για την αρχαία Ελλάδα συνυπάρχει εδώ με την ιστορία της αφαίρεσης και της μεταφοράς των αρχαιοτήτων της σε ξένα μουσεία. Η επιθυμία του ταξιδιού συναντά τους περιορισμούς των συνόρων. Και μέσα στο ελληνικό καλοκαίρι της Claire Fontaine, κάποιος κρατά μια πέτρα.
Η έκθεση «Revisiting: Fernweh, or Nostalgia for Unknown Lands» παρουσιάζεται έως τις 7 Νοεμβρίου 2026 στο Hellenic Centre, 16–18 Paddington Street, Marylebone, Λονδίνο. Είσοδος ελεύθερη.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο
