Η επιστήμη του φόβου στις ταινίες τρόμου – Οι κρυφοί ήχοι που σας τρομάζουν στα θρίλερ χωρίς να το καταλαβαίνετε

Ο τρόπος με τον οποίο οι κινηματογραφικοί συνθέτες αξιοποιούν τα εργαλεία τους για να προκαλέσουν φόβο είναι ταυτόχρονα τέχνη και επιστήμη.

  • Οι συνθέτες ταινιών τρόμου παραμορφώνουν οικείους ήχους και ενσωματώνουν «μη γραμμικούς» θορύβους, όπως κραυγές ζώων ή ανθρώπων. Αυτή η τεχνική αξιοποιεί την επιστήμη για να προκαλέσει ενστικτώδεις αντιδράσεις φόβου, ακόμη και ασυνείδητα.
  • Χαρακτηριστικά ηχητικά μοτίβα, όπως το «κι κι κι μα μα μα» από την ταινία «Παρασκευή και 13», μετατρέπονται σε πρωταγωνιστές. Σηματοδοτούν την παρουσία του δολοφόνου ακόμη και εκτός οθόνης, οξύνοντας την αγωνία του θεατή.
  • Αξιοποιούνται οι υπόηχοι, συχνότητες τόσο χαμηλές που δεν ακούγονται αλλά προκαλούν σωματική ανησυχία και τρόμο. Η τεχνική αυτή, που συναντάται στη φύση, χρησιμοποιείται σκόπιμα σε ταινίες για να δημιουργήσει μια αόρατη αίσθηση απειλής.
  • Οι σύγχρονοι δημιουργοί χτίζουν ηχητικά θέματα γύρω από οπτικά στοιχεία και συνεργάζονται με τους ηχολήπτες για να ισορροπήσουν τη μουσική με τα εφέ. Η προσέγγιση αυτή απομακρύνεται από τις κλασικές ορχηστρικές παρτιτούρες, δημιουργώντας πιο ατμοσφαιρικά αποτελέσματα.

Κάθεστε σε μια κατασκότεινη αίθουσα κινηματογράφου, όπου το μόνο φως είναι η αμυδρή λάμψη της οθόνης. Τίποτα τρομακτικό δεν έχει συμβεί ακόμη. Βλέπετε έναν άνθρωπο να περπατά μόνος και σας κατακλύζει ένα αίσθημα τρόμου. Ένα αργό, όλο και πιο δυνατό βουητό σκεπάζει τα βήματα και ξέρετε ότι ο ήρωας δεν είναι ασφαλής. Ίσως νιώθετε ότι δεν είστε ασφαλείς ούτε εσείς. Η πηγή του άγχους είναι άγνωστη, όμως έχει κατασκευαστεί προσεκτικά μέσα από κρυμμένα ηχητικά στοιχεία που παίζουν με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αυτή είναι η ιδιοφυΐα της μουσικής στις ταινίες τρόμου, όπως περιγράφει το Atlas Obscura σε αφιέρωμά του.

Γιατί νιώθετε τρόμο πριν συμβεί οτιδήποτε στην οθόνη

Ο τρόπος με τον οποίο οι συνθέτες αξιοποιούν τα εργαλεία τους για να προκαλέσουν φόβο είναι ταυτόχρονα τέχνη και επιστήμη. Χρησιμοποιούν οικείους ήχους με ασυνήθιστους τρόπους, και αυτή η παραμόρφωση της πραγματικότητας μάς αναστατώνει ακόμη κι όταν δεν καταλαβαίνουμε τι ακούμε. «Ο ήχος μπορεί να προέρχεται από ένα όργανο που κανονικά θα αναγνωρίζαμε, αλλά είτε έχει υποστεί επεξεργασία είτε παίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να κρύβεται το πραγματικό όργανο», εξηγεί ο Χάρι Μανφρεντίνι, του οποίου η μουσική για το «Παρασκευή και 13» σημάδεψε το είδος των slasher ταινιών της δεκαετίας του ‘80.

Οι ήχοι που μας επηρεάζουν δεν είναι πάντα παράξενοι. Τα βαθιά μπουμπουνητά ή τα διαπεραστικά τσιρίγματά τους, όμως, σηματοδοτούν κίνδυνο σχεδόν ενστικτωδώς. Κραυγές ζώων σε κίνδυνο, γυναικείες κραυγές και άλλοι «μη γραμμικοί» ήχοι, δηλαδή ακανόνιστοι θόρυβοι που απαντώνται συχνά στη φύση, χρησιμοποιήθηκαν στη «Λάμψη» και σε άλλες ταινίες για να προκαλέσουν ενστικτώδη αντίδραση φόβου.

Αυτό καταγράφηκε σε μελέτη του 2011 στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Συχνά οι ήχοι αυτοί είναι θαμμένοι μέσα σε μια περίπλοκη παρτιτούρα ή κρύβονται σε ανεπαίσθητα ηχητικά κύματα που προκαλούν έκρηξη αδρεναλίνης, σαν ένα μικρό εσωτερικό τρενάκι του τρόμου.

Κάποιοι ήχοι γίνονται τόσο χαρακτηριστικοί ώστε μετατρέπονται σε πρωταγωνιστές. Όσοι έχουν δει το «Παρασκευή και 13» ξέρουν ότι ένα συγκεκριμένο φωνητικό μοτίβο, που ο Μανφρεντίνι περιγράφει ως «κι κι κι μα μα μα», σημαίνει ότι ο δολοφόνος Τζέισον Βόρχις παραμονεύει με το μαχαίρι του, ακόμη κι αν δεν φαίνεται στην οθόνη.

Το να ξέρουμε ότι ο Τζέισον μπορεί να βρίσκεται στο δωμάτιο οξύνει τις αισθήσεις μας. Παρότι ο ήχος είναι ανθρώπινος, δεν μοιάζει με τίποτα που θα έβγαζε κανονικά ένας άνθρωπος. Απομονωμένος ακούγεται σαν ανάσα μέσα σε ηχώ, όμως μαζί με τη μουσική και τις αιματοβαμμένες εικόνες μετατρέπεται σε κάτι λειτουργικά ανατριχιαστικό.

IMDB

Ένας από τους πιο ύπουλους «ήχους» είναι οι υπόηχοι, συχνότητες τόσο χαμηλές ώστε δεν ακούγονται, αλλά μας ταράζουν ως το κόκαλο. Οι υπόηχοι βρίσκονται στα 19 χέρτζ και κάτω, ενώ το ανθρώπινο αυτί αρχίζει να ακούει από τα 20 χέρτζ. Σε υψηλή ένταση, ίσως είναι δυνατό να αντιληφθούμε ήχους ακόμη και των 12 χέρτζ. Στη φύση τους παράγουν ο άνεμος, οι σεισμοί και οι χιονοστιβάδες, ενώ οι ελέφαντες τους χρησιμοποιούν για να επικοινωνούν σε μεγάλες αποστάσεις. Τους παράγουν όμως και καθημερινά αντικείμενα, κάτι που ορισμένοι συνθέτες εκμεταλλεύονται.

«Μπορεί να τρομάξεις περισσότερο από τον ήχο»

Ο σκηνοθέτης Γκασπάρ Νοέ παραδέχτηκε σε συνέντευξή του ότι στο «Μη Αναστρέψιμο» του 2002 χρησιμοποίησε σκόπιμα ήχο μόλις 27 χέρτζ, ελάχιστα πάνω από το όριο των υπόηχων. Η ταινία είναι τεχνικά ένα πρωτοποριακό θρίλερ και όχι κλασική ταινία τρόμου, αλλά η ωμή βία, οι ακραίες γωνίες λήψης και οι ενοχλητικές εικόνες της την έχουν φέρει στα σύνορα του είδους.

«Δεν μπορείς να τον ακούσεις, αλλά σε κάνει να τρέμεις», είχε πει ο Νοέ στο Salon. «Σε μια καλή αίθουσα με subwoofer, μπορεί να τρομάξεις περισσότερο από τον ήχο παρά από αυτό που συμβαίνει στην οθόνη». Στην ταινία, βαθιά μπουμπουνητά και ένα αλλόκοτο, ταλαντευόμενο τρίξιμο δυναμώνουν σταδιακά, γεννώντας τρόμο λίγο πριν από τις πιο σκληρές σκηνές. Φήμες ήθελαν και το «Paranormal Activity» να χρησιμοποιεί υπόηχους. Ακόμη κι αν τα χαμηλά του ηχητικά κύματα βρίσκονταν πάνω από το όριο των 20 χέρτζ, έκαναν άψογα τη δουλειά τους.

UNIVERSAL

Ο Στιβ Γκούντμαν, στο βιβλίο του «Sonic Warfare», σημειώνει ότι ο τρόπος που ο ήχος προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις δεν έχει μελετηθεί αρκετά, ιδίως όταν πρόκειται για δονήσεις χωρίς ορατή πηγή. «Οι αφηρημένες αισθήσεις προκαλούν άγχος ακριβώς επειδή απουσιάζει ένα αντικείμενο ή μια αιτία», γράφει. «Χωρίς αυτά, η φαντασία δημιουργεί ένα, που μπορεί να είναι πιο τρομακτικό από την πραγματικότητα». Μελέτη σε τοποθεσίες που φημίζονται ως στοιχειωμένες βρήκε, μάλιστα, ότι οι υποτιθέμενες υπερφυσικές εμπειρίες οφείλονταν σε υπόηχες δονήσεις.

Η χρήση αλλοιωμένων καθημερινών θορύβων μπορεί να μειώσει και το κόστος παραγωγής. Ο Κρίστιαν Στέλα, που έκανε τη μίξη της μουσικής για την ταινία ζόμπι χαμηλού προϋπολογισμού «The Battery» του 2012, αποκάλυψε στο Reddit ότι χρησιμοποίησε ηχογραφήσεις από μετασχηματιστές ρεύματος και κλιματιστικά, τις οποίες έκανε πιο βαθιές, πριν τους προστεθεί μουσική από άλλα μέλη της ομάδας.

Ο Μανφρεντίνι ξεκινά τη δουλειά του βλέποντας την ταινία ολοκληρωμένη ή σχεδόν ολοκληρωμένη. Σημειώνει τις πράξεις, τα αντικείμενα ή τα χρώματα που επανέρχονται και χτίζει γύρω τους ηχητικά θέματα. Στη συνέχεια προσθέτει τόνους, ρυθμούς και ξεχωριστούς ήχους που ανακαλούν όσα έχουμε δει, ώστε ο θεατής να πειστεί ότι έβγαλε μόνος του τα συμπεράσματα. Όταν μια σκηνή χρειάζεται ειδικό ηχητικό εφέ, συνεργάζεται με τον υπεύθυνο του ήχου και ισορροπεί το εφέ με τη μουσική.

«Αν ο δικός του ήχος είναι χαμηλός, εγώ μπορεί να πάω ψηλά, και το αντίστροφο. Αν δω κάτι πολύ μεγάλο, η λογική επιλογή είναι ένας χαμηλός ήχος, κι αν είναι μικρό, ένας ψηλός», εξηγεί. Είναι μια απομάκρυνση από τις ταινίες τρόμου των δεκαετιών του ‘40 και του ‘50, που στηρίζονταν σε ορχηστρικές παρτιτούρες για να γεμίσουν τη σιωπή. Οι σημερινές ταινίες είναι πιο ατμοσφαιρικές, κάτι που τις κάνει πιο πειστικές και κάνει τον κίνδυνο να μοιάζει πιο άμεσος.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies