Θάνατος Γ. Μαζωνάκη: «Το να ψάχνει κανείς για αντίδοτο στην προποφόλη, σημαίνει ότι δεν γνωρίζει το φάρμακο»
Για τις εξελίξεις στην υπόθεση θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, τη χορήγηση προποφόλης, τη διαχείριση του περιστατικού από τους διασώστες του ΕΚΑΒ και το δικαστικό σκέλος μίλησαν ο αναισθησιολόγος του νοσοκομείου «Αττικόν», Δημήτρης Μανίκης, ο πρόεδρος των εργαζομένων του ΕΚΑΒ, Γιώργος Μαθιόπουλος, και ο ποινικολόγος, Νίκος Λιμπάντσης.
Ο κ. Μανίκης, σε δηλώσεις του στην εκπομπή «Newsroom» του ΕΡΤnews, αναφέρθηκε εκτενώς στη χρήση της προποφόλης και στους κινδύνους που συνδέονται με τη χορήγησή της.
Όπως επισήμανε, πρόκειται για φάρμακο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, μεταξύ άλλων καταστολή της αναπνοής, υπόταση και βραδυκαρδία.
«Ας ξεκινήσουμε από αυτό που ο κόσμος ονομάζει μέθη», ανέφερε, εξηγώντας ότι στην αναισθησιολογία χρησιμοποιούνται διαφορετικοί όροι για τα επίπεδα καταστολής και αναισθησίας.
Σύμφωνα με τον αισθησιολόγο του νοσοκομείου «Αττικόν», η χορήγηση προποφόλης απαιτεί κατάλληλο χώρο, εξοπλισμό και προσωπικό που να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει άμεσα πιθανές επιπλοκές.
Η χορήγηση προποφόλης απαιτεί την παρουσία αναισθησιολόγου και τον κατάλληλο εξοπλισμό για την άμεση αντιμετώπιση πιθανών επιπλοκών, υπογράμμισε ο ίδιος και πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να χορηγείται εκτός νοσοκομειακού ή κατάλληλα εξοπλισμένου χώρου.
Επίσης, ο κ. Μανίκης υπογράμμισε ότι η προποφόλη δεν διαθέτει ειδικό αντίδοτο και να ψάχνει κανείς για αντίδοτο σημαίνει ότι δεν γνωρίζει το φάρμακο.
Τόνισε πως ο επαγγελματίας που τη χορηγεί πρέπει να είναι σε θέση να υποστηρίξει την αναπνοή του ασθενούς, εφόσον αυτή κατασταλεί.
Παράλληλα, σημείωσε ότι απαιτείται συνεχής παρακολούθηση ζωτικών παραμέτρων, όπως ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση, αλλά και η μέτρηση του διοξειδίου του άνθρακα στον εκπνεόμενο αέρα.
«Δεν είναι “έδωσα το φάρμακο, δίνω το αντίδοτο, υποστηρίζω λίγο και δίνω οξυγόνο”. Είναι συντονισμένες ενέργειες», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την εκπαίδευση και την εξειδίκευση που απαιτείται για την ασφαλή διαχείριση τέτοιων περιστατικών.
«Εάν τολμήσει κανείς να τη δώσει εκτός χώρου, πρέπει να έχει ό,τι θα υπήρχε και μέσα στο νοσοκομείο και στον χώρο που το χορηγεί», είπε, περιγράφοντας την ανάγκη ύπαρξης του κατάλληλου εξοπλισμού και προσωπικού για την αντιμετώπιση ενός ενδεχόμενου επείγοντος περιστατικού.
Μαθιόπουλος: «Οι διασώστες έκαναν σωστά την καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση»
Από την πλευρά του, μιλώντας στην ίδια εκπομπή, ο πρόεδρος των εργαζομένων του ΕΚΑΒ, Γιώργος Μαθιόπουλος, απέρριψε τις αιτιάσεις που, όπως σημείωσε, έχουν διατυπωθεί σε βάρος των διασωστών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν το περιστατικό.
Ο κ. Μαθιόπουλος υποστήριξε ότι οι διασώστες του ΕΚΑΒ πραγματοποίησαν την καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ), σύμφωνα με το πρωτόκολλο, ενώ ανέφερε ότι έφτασαν στο σημείο με τον απαραίτητο εξοπλισμό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην κατάσταση στην οποία, σύμφωνα με όσα του μεταφέρθηκαν από τους διασώστες, βρέθηκε ο Γιώργος Μαζωνάκης.
Όπως είπε, ο Γιώργος Μαζωνάκης βρισκόταν σε κρεβάτι του ιατρείου και, σύμφωνα με την εικόνα που αντίκρισαν οι διασώστες, δεν είχε προηγηθεί, κατά τον ίδιο, ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της ανακοπής με τον απαιτούμενο εξοπλισμό.
Ο ίδιος αναφέρθηκε ειδικότερα στη χρήση απινιδωτή, υποστηρίζοντας ότι οι διασώστες διαπίστωσαν την κατάσταση του ασθενούς μέσω του δικού τους εξοπλισμού.
Όπως ανέφερε, το περιστατικό συνοδευόταν από μυδρίαση και στα δύο μάτια, ενώ οι διασώστες τοποθέτησαν λαρυγγική μάσκα, προκειμένου να εξασφαλίσουν την παροχή οξυγόνου.
Επιπλέον, ο κ. Μαθιόπουλος τόνισε ότι δεν είναι γνωστό με ακρίβεια για πόσο χρονικό διάστημα είχε προηγηθεί η ανακοπή πριν από την άφιξη του ΕΚΑΒ, στοιχείο που, όπως είπε, έχει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς.
Μίλησε, ακόμη, και για την επιλογή του νοσοκομείου, στο οποίο μεταφέρθηκε το περιστατικό, εξηγώντας ότι το ΕΚΑΒ ενημέρωσε το νοσοκομείο που εφημέρευε, ενώ κοντά στο σημείο βρισκόταν και το Νοσοκομείο «Ελπίς».
Όπως εξήγησε, όταν ένα εφημερεύον νοσοκομείο βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, το ΕΚΑΒ μπορεί να επιλέξει το πλησιέστερο διαθέσιμο νοσοκομείο, ώστε να μειωθεί ο χρόνος μέχρι την παροχή εξειδικευμένης φροντίδας. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τον ίδιο, το «Ελπίς» βρισκόταν πολύ κοντά και διέθετε ιατρική ομάδα που μπορούσε να επιχειρήσει άμεσα.
Αναφερόμενος, μάλιστα, στις πληροφορίες ότι οι διασώστες δεν επέτρεψαν σε γιατρό να συνοδεύσει το περιστατικό, ο κ. Μαθιόπουλος υποστήριξε ότι οι γιατροί μπορούν να συνοδεύουν ασθενείς στις μονάδες του ΕΚΑΒ και ότι, εφόσον υπάρχει γιατρός στο σημείο, οι διασώστες επιζητούν τη συνδρομή του.
Ο Γιώργος Μαθιόπουλος έθεσε και το ζήτημα ελέγχου του εξοπλισμού, που υπάρχει στα ιατρεία, ιδίως στα ιδιωτικά, υποστηρίζοντας ότι στους ελέγχους θα πρέπει να περιλαμβάνεται η ύπαρξη και η λειτουργικότητα όλων των απαραίτητων μηχανημάτων για την αντιμετώπιση ενός επείγοντος περιστατικού, και ιδιαίτερα μιας ανακοπής.
«Είναι δυνατόν να μην υπήρχαν μπαταρίες; Να μπαίνουμε στο διαδίκτυο και να βλέπουμε πώς λειτουργεί ένας απινιδωτής;», διερωτήθηκε.
Λιμπάντσης: «Χρειάζεται προσοχή και ψυχραιμία»
Στη συνέχεια, ο ποινικολόγος, Νίκος Λιμπάντσης, αναφέρθηκε στην ανάγκη να μην εξαχθούν πρόωρα συμπεράσματα, υπογραμμίζοντας ότι η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ανάκρισης και εκκρεμούν στοιχεία και ανακριτικές ενέργειες.
«Αυτή τη στιγμή χρειάζεται προσοχή και ψυχραιμία», επισήμανε, κάνοντας σαφή διάκριση ανάμεσα σε μια πληροφορία που δημοσιοποιείται και σε ένα στοιχείο, που έχει ελεγχθεί και αξιολογηθεί στο πλαίσιο της δικογραφίας.
Όσον αφορά τη χορήγηση φαρμάκων και τα υπόλοιπα ζητήματα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, ο ποινικολόγος σημείωσε ότι πρέπει να διερευνηθεί τι ακριβώς συνέβη, ποιος προέβη σε κάθε πράξη, με ποια ιδιότητα, υπό ποιες συνθήκες και με ποιον εξοπλισμό, αλλά και εάν κάποια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην έννοια του lege artis, δηλαδή στο εάν τηρήθηκαν οι αναγνωρισμένοι κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Όπως υπογράμμισε, ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να κριθεί μέσα από μια τηλεοπτική συζήτηση, αλλά απαιτεί εξέταση των ιατρικών δεδομένων και επιστημονική τεκμηρίωση από τους αρμόδιους ειδικούς.
Ο κ. Λιμπάντσης σχολίασε, επίσης, την αλλαγή νομικής εκπροσώπησης της γιατρού, σημειώνοντας ότι, από μόνη της, η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί ένδειξη που επιβαρύνει τη θέση της.
Σύμφωνα με τον ποινικολόγο, η δικογραφία δεν βρίσκεται ακόμη σε τέτοιο στάδιο ωριμότητας, ώστε μια αλλαγή στη νομική εκπροσώπηση να μπορεί να ερμηνευθεί με ασφάλεια ως ένδειξη για την πορεία της υπόθεσης.
