Από την αυθεντία του Πασαρέλα στο χάρισμα του Μαραντόνα: Πώς μια νέα γενιά παραδόθηκε στην επιρροή του Μέσι
Όταν ο Κάρλος Μπιλάρδο ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της εθνικής Αργεντινής μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, τα αποδυτήρια χωρίστηκαν στα δύο. Από τη μία βρίσκονταν όσοι παρέμεναν πιστοί στη φιλοσοφία του Σέσαρ Λουίς Μενότι και από την άλλη όσοι στήριζαν τη νέα εποχή του Μπιλάρδο. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν δύο εμβληματικές μορφές: ο Ντανιέλ Πασαρέλα, αρχηγός της παγκόσμιας πρωταθλήτριας του 1978, και ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο ποδοσφαιριστής που προοριζόταν να διαδεχθεί τον Πελέ στην κορυφή.
Ο Μπιλάρδο πήρε δύο αποφάσεις που προκάλεσαν αναταράξεις. Αρχικά ξεκαθάρισε ότι μόνο ο Μαραντόνα είχε εξασφαλισμένη θέση στην ενδεκάδα. Στη συνέχεια ανακοίνωσε πως ο νέος αρχηγός θα ήταν επίσης ο Ντιέγκο.
Ο Πασαρέλα αντέδρασε έντονα. Δεν αμφισβήτησε μόνο την αγωνιστική επιλογή, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ορίστηκε ο αρχηγός. «Τον αρχηγό τον επιλέγουν τα αποδυτήρια, όχι ο προπονητής», φέρεται να είπε.
Ο Μπιλάρδο αντιλήφθηκε ότι το ζήτημα δεν ήταν μόνο αγωνιστικό, αλλά και εσωτερικό. Για να μπορέσει ο Μαραντόνα να ηγηθεί πραγματικά, έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από τη βαριά σκιά του Πασαρέλα μέσα στα αποδυτήρια. Από εκεί γεννήθηκαν και οι γνωστοί ποδοσφαιρικοί μύθοι. Ένας από αυτούς ήθελε τον Μπιλάρδο, που ήταν γιατρός, να έχει προκαλέσει σκόπιμα ασθένεια στον Πασαρέλα ώστε να απομακρυνθεί από την ομάδα. Τίποτα δεν αποδείχθηκε ποτέ. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το τεχνικό επιτελείο είχε απαγορεύσει στους παίκτες να πίνουν νερό βρύσης, ακόμη και για να βουρτσίζουν τα δόντια τους, ενώ ο Πασαρέλα συνήθιζε να πίνει ουίσκι με πάγο.
Με τον Πασαρέλα εκτός κάδρου, τα αποδυτήρια παραδόθηκαν στον Μαραντόνα. Ο Ντιέγκο απελευθερώθηκε και έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης, τόσο με την προσωπικότητά του όσο και με τις ιστορικές του εμφανίσεις στο Μουντιάλ του 1986. Η περίφημη ομιλία του πριν από τον προημιτελικό με την Αγγλία, αλλά και όσα ακολούθησαν – το «Χέρι του Θεού», το «Γκολ του Αιώνα» και η κατάκτηση του τροπαίου – τον καθιέρωσαν ως τον νέο μεγάλο αρχηγό της Αργεντινής.
Σε αντίθεση με τον Πασαρέλα, ο Μαραντόνα δεν συγκρούστηκε ποτέ με τον διάδοχό του. Αυτός ήταν ο Λιονέλ Μέσι. Αν και κατά καιρούς εξέφραζε αμφιβολίες για τις ηγετικές του ικανότητες, αναγνώριζε πάντα την ποδοσφαιρική του ιδιοφυΐα. Όπως αποκάλυψε αργότερα η Κλαούντια Μαραντόνα, ο Ντιέγκο θεωρούσε τελικά τον Μέσι ανώτερο ακόμη και από τον ίδιο ως ποδοσφαιριστή.
Οι δυο τους συνυπήρξαν στην εθνική ομάδα στο Μουντιάλ του 2010, όταν ο Μαραντόνα ήταν ομοσπονδιακός τεχνικός. Ο Μέσι είχε ήδη κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα και αποτελούσε το μεγαλύτερο αστέρι του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, όμως δυσκολευόταν να εκφραστεί ως ηγέτης μέσα στα αποδυτήρια. Ο Μαραντόνα προσπάθησε να τον εντάξει σε αυτόν τον ρόλο, δίνοντάς του ακόμη και το περιβραχιόνιο του αρχηγού απέναντι στην Ελλάδα. Ωστόσο, όπως θυμάται ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, ο Μέσι δυσκολεύτηκε ακόμη και να μιλήσει στους συμπαίκτες του πριν από έναν αγώνα. Η Αργεντινή αποκλείστηκε στα προημιτελικά και ο ίδιος ολοκλήρωσε τη διοργάνωση χωρίς γκολ.
Με την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Αλεχάντρο Σαμπέγια, ο Μέσι έγινε μόνιμος αρχηγός. Παρ’ όλα αυτά, στα αποδυτήρια ο φυσικός ηγέτης παρέμενε ο Χαβιέ Μασκεράνο. Ο Μέσι ηγείτο μέσα στο γήπεδο, οδηγώντας την Αργεντινή μέχρι τον τελικό του 2014, όμως εκτός αγωνιστικού χώρου παρέμενε περισσότερο εσωστρεφής, περιστοιχισμένος από τον στενό κύκλο των φίλων και συμπαικτών του.
Η γενιά εκείνη διαλύθηκε μετά την απογοήτευση του Μουντιάλ του 2018. Τότε ο Λιονέλ Σκαλόνι αποφάσισε να χτίσει μια νέα ομάδα, με ποδοσφαιριστές όπως οι Ρομέρο, Παρέδες, Ντε Πολ και Λαουτάρο Μαρτίνες. Όταν πλέον ο κορμός είχε διαμορφωθεί, κάλεσε ξανά τον Μέσι, έχοντας δίπλα του και τον Πάμπλο Αϊμάρ, έναν από τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς ήρωες του αρχηγού της Αργεντινής.
Από εκείνο το σημείο όλα άλλαξαν. Οι νεότεροι ποδοσφαιριστές δεν αντιμετώπιζαν τον Μέσι ως ισότιμο συμπαίκτη ή αντίπαλο, αλλά ως το απόλυτο ποδοσφαιρικό τους πρότυπο. Ο Ροντρίγκο Ντε Πολ και ο Λεάντρο Παρέδες έγιναν οι πιο στενοί του συνοδοιπόροι και δημιούργησαν το ιδανικό περιβάλλον για να αναδειχθεί ο φυσικός του ηγετικός ρόλος.
Η μεταμόρφωση έγινε εμφανής στο Copa América του 2019, όταν ο Μέσι συγκρούστηκε δημόσια με την CONMEBOL μετά τον αποκλεισμό από τη Βραζιλία. Ήταν ένας διαφορετικός Μέσι: πιο εκφραστικός, πιο αποφασιστικός, πιο κοντά στο πρότυπο του Μαραντόνα.
Από τότε η Αργεντινή δεν έχασε άλλη νοκ άουτ διοργάνωση. Κατέκτησε δύο Copa América (2021 και 2024), το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022 και έφτασε ξανά στον τελικό του 2026.
Λίγο πριν από τον τελικό του Copa América το 2021 απέναντι στη Βραζιλία, ο Μέσι εκφώνησε μία από τις πιο χαρακτηριστικές ομιλίες της καριέρας του, ευχαριστώντας τους συμπαίκτες του και εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι το τρόπαιο θα επέστρεφε στην Αργεντινή.
Σε αντίθεση με το 2010, δεν δίσταζε πλέον να μιλήσει ούτε να αναλάβει την ευθύνη. Δεν είχε γύρω του συμπαίκτες που τον αντιμετώπιζαν ως αντίπαλο, αλλά μια νέα γενιά που μεγάλωσε θαυμάζοντάς τον. Όπως ο Μαραντόνα όταν έφυγε από τη σκιά του Πασαρέλα, έτσι και ο Μέσι βρήκε το κατάλληλο περιβάλλον για να εξελιχθεί στον απόλυτο αρχηγό.
Η διαφορά αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Στα τέσσερα πρώτα του Παγκόσμια Κύπελλα (2006-2018) σημείωσε συνολικά έξι γκολ. Στις δύο τελευταίες διοργανώσεις έχει ήδη συμμετοχή σε 15 τέρματα, επιβεβαιώνοντας πως η αγωνιστική του κορύφωση συνέπεσε με τη στιγμή που απέκτησε και τον απόλυτο ηγετικό ρόλο μέσα στην εθνική Αργεντινής.
