Η Αγγλία κατέρρευσε από τις ίδιες της τις επιλογές – Ο Τούχελ έχασε το μεγάλο στοίχημα της τακτικής
Η απόφαση της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας να προσλάβει τον Τόμας Τούχελ το 2024 βασίστηκε σε μία ξεκάθαρη λογική: στην ικανότητά του να διαχειρίζεται μεγάλους αγώνες. Ο Γερμανός τεχνικός θεωρήθηκε ο προπονητής που θα μπορούσε να σχεδιάσει ειδικά πλάνα για κάθε αντίπαλο, να διαβάσει τις λεπτομέρειες των νοκ άουτ αγώνων και να οδηγήσει την Αγγλία στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Η εποχή του Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ είχε αφήσει πίσω της μεγάλες στιγμές, αλλά και ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα: την αδυναμία της Αγγλίας να διαχειριστεί κρίσιμες στιγμές όταν το παιχνίδι απαιτούσε αποφασιστικότητα. Οι «τρεις λέοντες» συχνά έδειχναν παθητικοί, επέτρεπαν στους αντιπάλους να επιστρέψουν και τελικά πλήρωναν την έλλειψη αντίδρασης, όπως συνέβη στον ημιτελικό του 2018 απέναντι στην Κροατία.
Αυτή τη φορά, όμως, η αποτυχία είχε διαφορετική μορφή. Η Αγγλία δεν αποκλείστηκε επειδή περίμενε παθητικά την ήττα. Αποκλείστηκε επειδή επέλεξε να οπισθοχωρήσει και να παραδώσει τον έλεγχο ενός ημιτελικού που είχε στα χέρια της.
Η ήττα από την Αργεντινή ήταν ένας αυτοκαταστροφικός αποκλεισμός. Μία απόφαση που εξελίχθηκε σε κατάρρευση. Η Αγγλία προηγήθηκε με τον Άντονι Γκόρντον, μετά από μία υποδειγματική αντεπίθεση, ακριβώς στο σενάριο που είχε σχεδιάσει ο Τούχελ. Η Αργεντινή αναγκάστηκε να ανεβάσει τις γραμμές της και άφησε χώρους για να χτυπήσουν οι Άγγλοι.
Εκεί ακριβώς όμως χάθηκε η μεγάλη ευκαιρία.
Αντί να εκμεταλλευτεί την ταχύτητα και την ποιότητα των παικτών της, η Αγγλία επέλεξε να περιμένει. Δεν χρησιμοποίησε επιθετικές λύσεις από τον πάγκο, δεν έβαλε παίκτες όπως ο Μπουκάγιο Σάκα, ο Νόνι Μαντουέκε ή ο Μάρκους Ράσφορντ για να κρατήσει την Αργεντινή μακριά από την περιοχή της.
Μετά το 1-0, η Αγγλία είχε ελάχιστες επιθετικές στιγμές. Ένα σουτ του Χάρι Κέιν που σταμάτησε στην άμυνα και μία ημιτελής αντεπίθεση ήταν ό,τι είχε να παρουσιάσει. Το υπόλοιπο παιχνίδι παίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την περιοχή του Τζόρνταν Πίκφορντ.
Η Αργεντινή ένιωσε ότι το παιχνίδι μπορούσε να γυρίσει. Ο Λιονέλ Μέσι άρχισε να βρίσκει χώρους, να κινείται ανάμεσα στις γραμμές και να δημιουργεί κινδύνους. Η στιγμή που ο Νίκο Γκονζάλες ανάγκασε τον Πίκφορντ σε επέμβαση ήταν το ξεκάθαρο μήνυμα ότι η πίεση είχε πλέον μετατραπεί σε ασφυξία.
Και τότε ήρθε η καθοριστική επιλογή του Τούχελ.
Αντί να ανεβάσει ξανά την ομάδα του στο γήπεδο, αποφάσισε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την άμυνα. Πέρασε σε σχηματισμό με πέντε αμυντικούς, έβαλε τον Κόνσα ως επιπλέον στόπερ και αφαίρεσε έναν από τους λίγους παίκτες που μπορούσαν να απειλήσουν στην κόντρα.
Η συγκεκριμένη επιλογή ουσιαστικά άφησε όλο τον χώρο έξω από την περιοχή στην Αργεντινή. Και όταν υπάρχει χώρος μπροστά από τον Μέσι, η τιμωρία συνήθως δεν αργεί.
Ο Ένσο Φερνάντες βρήκε ελεύθερο πεδίο, απείλησε, προειδοποίησε και τελικά ισοφάρισε. Η Αγγλία συνέχισε να υποχωρεί, ο Μπερν μπήκε για να προσθέσει ακόμη μεγαλύτερη αμυντική ασφάλεια, όμως το πρόβλημα δεν ήταν ο αριθμός των παικτών πίσω από την μπάλα. Ήταν ότι η ομάδα είχε σταματήσει να παίζει.
Από τη στιγμή που η Αγγλία έμεινε πίσω, δεν υπήρχε πλέον τρόπος επιστροφής. Για περίπου 40 λεπτά μετά το γκολ του Γκόρντον είχε μόλις 12% κατοχή μπάλας. Ένα ακραίο μοντέλο άμυνας που τελικά δεν άντεξε.
Η ήττα αυτή πονάει περισσότερο επειδή η Αγγλία είχε όλα τα στοιχεία για να φτάσει στον τελικό. Δεν ήταν η νεανική ομάδα του 2018, που μάθαινε μέσα από τις αποτυχίες της. Ήταν μια πιο ώριμη ομάδα, με παίκτες όπως ο Χάρι Κέιν και ο Τζουντ Μπέλιγκχαμ στην κορυφή της απόδοσής τους και με πολύ περισσότερες λύσεις στον πάγκο.
Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν δικαιολογίες. Η Αγγλία είχε έναν από τους πιο έμπειρους προπονητές στον κόσμο, ένα εξαιρετικό ρόστερ και την ευκαιρία να γράψει ιστορία.
Όμως στο τέλος επανέλαβε το ίδιο μοτίβο που την στοιχειώνει εδώ και δεκαετίες. Υποχώρησε, σταμάτησε να απειλεί και περίμενε το αναπόφευκτο. Η διαφορά ήταν πως αυτή τη φορά δεν την κατέστρεψε ο αντίπαλος. Η Αγγλία επέλεξε μόνη της τον τρόπο με τον οποίο θα χάσει.
