Η Ουρουγουάη αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων του Μουντιάλ 2026 έχοντας να αντιμετωπίσει το Πράσινο Ακρωτήρι και τη Σαουδική Αραβία, η έκπληξη όμως δεν είναι αυτό αλλά το γεγονός πως πίστευαν ότι θα τα πάνε καλά έχοντας στον πάγκο τους τον Μαρσέλο Μπιέλσα, τον άνθρωπο που θεωρείται ιδιοφυΐα ενώ είναι απλά αποτυχημένος…
Το όνομα του Μπιέλσα έγινε γνωστό στα πέρατα του κόσμου το καλοκαίρι του 2002, όταν έζησε το ίδιο πράγμα που έζησε και τώρα: Αποκλεισμό στη φάση των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Απλά η αποτυχία ήταν πολύ μεγαλύτερη τότε επειδή ήταν ο προπονητής της εθνικής ομάδας της χώρας του, της Αργεντινής, η οποία πήγε στο Μουντιάλ έχοντας τον τίτλο του Νο1 φαβορί. Από πού προέκυπτε αυτό; Από το ρόστερ της και από την παρουσία της στα προκριματικά.
Όταν, όμως, ήρθε η ώρα για τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στο γήπεδο εμφανίστηκε μια άλλη ομάδα. Φοβισμένη, μπερδεμένη, αγνώριστη σε σχέση με τα προκριματικά. Αναλύοντας το «γιατί» της αποτυχίας, οι Αργεντίνοι στάθηκαν στους παίκτες και στη λάθος νοοτροπία τους ή στο βάρος που ένιωθαν από τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί. Τότε, δεν στάθηκε κανείς στον προπονητή, η πορεία του όμως τα επόμενα χρόνια, είχε ως αποτέλεσμα να γίνει… επανεξέταση του «μαύρου κουτιού» για την αργεντίνικη αποτυχία του 2002.
Και αν κάποιος δει τα τρία παιχνίδια της Αλμπισελέστε τότε, κόντρα σε Νιγηρία, Αγγλία και Σουηδία, θα διαπιστώσει ότι έπαιζε χωρίς προπονητή. Σε όλη τη διάρκεια των αγώνων ο Μπιέλσα έκανε βόλτες μπροστά από τον πάγκο με το κεφάλι σκυμμένο και κάποια στιγμή το σήκωνε και έδινε εντολή για να γίνει αλλαγή. Πώς αποφασίστηκε αυτή η αλλαγή, με ποια κριτήρια κατέληξε στο ποιος έπρεπε να βγει και ποιος να μπει στη θέση του, από τη στιγμή που δεν παρακολουθούσε το ματς, παραμένει μυστήριο.
Η παραπάνω παράγραφος μπορεί να μοιάζει αστεία, υπό την έννοια πως δεν υπάρχει κάποια καθαρά αγωνιστική ανάλυση, δεν είναι όμως. Είναι απλά η καταγραφή της πραγματικότητας. Η Αργεντινή πήγε στο Μουντιάλ έχοντας έναν προπονητή που δεν παρακολουθούσε τους αγώνες επειδή έκανε βόλτες μπροστά από τον πάγκο και τα επόμενα χρόνια έγινε κατανοητό και το «γιατί» αυτής της περίεργης συμπεριφοράς: Είναι περίεργος τύπος ο ίδιος.
Κλείστηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη φάρμα του γράφοντας βιβλία για το ποδόσφαιρο αλλά ποτέ αυτά που γράφει δεν μπόρεσε να τα εφαρμόσει, χρησιμοποιεί άλλους παίκτες ως βασικούς στα προκριματικά και άλλους στην τελική φάση του Μουντιάλ, δεν μπορεί να χτίσει δυνατή σχέση με τα μεγάλα ονόματα, προσπαθεί πάντα να τραβήξει την προσοχή κάνοντας κάτι… ψαγμένο, όπως για παράδειγμα το να σκύβει και να κοιτάζει κάτω στην επίσημη φωτογράφιση της ομάδας για τη FIFA, με αποτέλεσμα να γίνει θέμα συζήτησης αυτό, ή το να παρακολουθεί πλέον τα παιχνίδια καθισμένος πάνω στο ψυγείο.
Το μόνο στο οποίο θα μπορούσε να έχει δίκιο, είναι στην απέχθεια που νιώθει για τους δημοσιογράφους, γιατί πρόκειται όντως για τη χειρότερη φάρα στον πλανήτη γη. Το χάνει όμως αυτό το δίκιο του με τον τρόπο που συμπεριφέρεται, με τις σχεδόν μονολεκτικές απαντήσεις του, ενώ θα μπορούσε, για παράδειγμα, να τους βάλει στη θέση τους αναλύοντας πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα. Πώς να προχωρήσει σε αναλύσεις, όμως, όταν δεν ξέρει ούτε ο ίδιος τι θέλει να κάνει;
«Δεν άφησα τίποτα στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης», ήταν η δήλωση-συμπέρασμα μετά τον πρόωρο αποκλεισμό στο Μουντιάλ 2026. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει αφήσει τίποτα πουθενά. Πήγε, βέβαια, στον τελικό του Europa League με την Αθλέτικ Μπιλμπάο το 2012, αλλά αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθεί ιδιοφυΐα, όπως τον χαρακτηρίζουν οι υποστηρικτές του. Αυτή η παρουσία σε τελικό με τους Βάσκους, η άνοδος της Λιντς στην Premier League και δύο τίτλοι στην Αργεντινή με τη Νιούελς Όλντ Μπόις και τη Βελέζ Σάρσφιλντ τη δεκαετία του ’90 είναι όλα όσα έχει να επιδείξει. Συν το χρυσό μετάλλιο με την Αργεντινή στους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004.
Πολύ λίγα για να θεωρηθεί κανείς ιδιοφυΐα και πολλές οι αποτυχίες για να φταίει πάντα κάτι άλλο…
