Δώδεκα χρόνια φυλακή για γιατρό που ζητούσε ως και 15.000€ από καρκινοπαθείς για «θαυματουργά» φάρμακα
Σε συνολική κάθειρξη 12 ετών καταδικάστηκε 53χρονος γιατρός, παθολόγος–ογκολόγος, ο οποίος εξαπατούσε καρκινοπαθείς, πολλούς σε τελικό στάδιο, και τις οικογένειές τους, ζητώντας ποσά έως 15.000 ευρώ για δήθεν αντικαρκινικά φάρμακα από το εξωτερικό ή για ένταξή τους σε «ειδικές» κλινικές μελέτες, με την υπόσχεση ότι θα τους επιστρέψει τα χρήματα. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης τον έκρινε ένοχο για δωροληψία υπαλλήλου κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα (κακούργημα) και για απάτη (πλημμέλημα), με το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος να προσδιορίζεται σε περίπου 109.000 ευρώ. Η έφεσή του δεν έχει αναστέλλουσα δύναμη, με αποτέλεσμα ο γιατρός να επιστρέψει στη φυλακή.
Ο 53χρονος υπηρετούσε στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο «Θεαγένειο» στη Θεσσαλονίκη, από όπου απολύθηκε το 2023, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία, είχε ήδη διαγραφεί από τον Ιατρικό Σύλλογο δύο χρόνια νωρίτερα λόγω μη καταβολής συνδρομών. Είχε απολογηθεί στην ειδική ανακρίτρια οικονομικού εγκλήματος και είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και χρηματική εγγύηση, όμως, επειδή δεν κατέβαλε ποτέ το ποσό της εγγυοδοσίας, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και συνελήφθη τον περασμένο Ιούλιο, παραμένοντας έκτοτε προφυλακισμένος μέχρι τη δίκη. Οι δικαστές δεν του αναγνώρισαν κανένα ελαφρυντικό, ενώ του επέβαλαν επιπλέον χρηματική ποινή 5.000 ευρώ.
Η δράση του γιατρού αποκαλύφθηκε μετά από καταγγελίες ασθενών και συγγενών τους, που είδαν το φως της δημοσιότητας τον Αύγουστο του 2022, και αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας Βόρειας Ελλάδας. Στη δικογραφία που σχηματίστηκε από τους «αδιάφθορους» της ΕΛ.ΑΣ. περιλαμβάνονται πάνω από 20 περιπτώσεις χρηματισμού και απάτης, στην περίοδο 2019–2022, με τον γιατρό να εμφανίζεται να ζητά χρήματα για «ειδικά» σχήματα θεραπείας και φάρμακα που δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Είχαν προηγηθεί και καταγγελίες για «φακελάκια» με αντάλλαγμα την επίσπευση θεραπειών, για τις οποίες έχει ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό για πλημμεληματική δωροληψία.
Στο ακροατήριο κατέθεσαν συγγενείς ασθενών –πολλοί από τους οποίους έχουν στο μεταξύ χάσει τη ζωή τους– αλλά και πρώην ασθενείς του που ζουν σήμερα. Μία μάρτυρας περιέγραψε πως ο πατέρας της, με μεταστατικό καρκίνο, νοσηλευόταν στο «Θεαγένειο» όταν ο γιατρός την πήρε τηλέφωνο τον Μάιο του 2021 και της ζήτησε 500 ευρώ για ένα φάρμακο από τις ΗΠΑ που «δεν είχε έρθει ακόμη στην Ελλάδα», υποσχόμενος ότι θα της επιστρέψει τα χρήματα. «Το φάρμακο δεν ήρθε ποτέ και δεν χρειάστηκε, γιατί ο πατέρας μου απεβίωσε. Μου επέστρεψε ένα μέρος των χρημάτων», κατέθεσε, περιγράφοντας πώς μέσα στην απόγνωσή της πείστηκε να δώσει τα χρήματα.
Ακόμη πιο συγκλονιστική ήταν η κατάθεση μητέρας ανήλικης καρκινοπαθούς, από την οποία ο γιατρός ζήτησε 3.000 ευρώ για φάρμακο που, όπως της είπε, «έπρεπε να περάσει από Επιτροπή». «Δανείστηκα και τα έδωσα. Μου υποσχέθηκε ότι το μεγαλύτερο μέρος θα μου το επιστρέψει. “Πάτησε” πάνω στη μετάσταση της κόρης μου. Δεν “πατάς” σε γονιό όταν τον βλέπεις να πονάει», είπε με δάκρυα στα μάτια, αποτυπώνοντας το πώς η απελπισία ενός γονιού μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Η υπεράσπιση του 53χρονου προσπάθησε να αποδώσει τη συμπεριφορά του σε προβλήματα υγείας και εθισμό στον τζόγο. Υποστήριξε ότι μέρος των χρημάτων επιστράφηκε διατραπεζικά, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο γιατρός λάμβανε φάρμακο για διαγνωσμένη ασθένεια, με παρενέργειες που –όπως ειπώθηκε– αλλοίωσαν τον τρόπο σκέψης του και τον οδήγησαν σε εθισμό στον τζόγο. Στην απολογία του, ο ίδιος μίλησε για «νόσο που τον διέλυσε σωματικά και ψυχολογικά» από το 2016, υποστήριξε ότι «ζήτησε τα χρήματα με την προοπτική να τα δανειστεί», ζήτησε «δεύτερη ευκαιρία» και δήλωσε ότι ντρέπεται για όσα έγιναν, ζητώντας επιείκεια επειδή, όπως είπε, «δεν έχει πολλά χρόνια μπροστά του».
Ο εισαγγελέας της έδρας, ωστόσο, ήταν καταπέλτης, κάνοντας λόγο για ψεύτικες ελπίδες που πουλήθηκαν σε «μελλοθάνατους» και κρίνοντας προσχηματικές τις αναφορές του κατηγορούμενου σε μεταμέλεια. Τόνισε ότι ο γιατρός εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητά του και την απόγνωση ανθρώπων που κρατιούνταν από μια κλωστή, αποκτώντας σημαντικό οικονομικό όφελος με συστηματικό και επαγγελματικό τρόπο. Ζήτησε την καταδίκη του σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αίτημα που υιοθέτησε πλήρως το Δικαστήριο. Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη κοινωνική αγανάκτηση, καθώς αναδεικνύει το πιο σκοτεινό πρόσωπο της κατάχρησης εμπιστοσύνης σε έναν χώρο –την Ογκολογία– όπου οι ασθενείς στηρίζονται, κυριολεκτικά, στη σχέση εμπιστοσύνης με τον γιατρό τους.
