Ίντερ: Από τον… πάτο στην κορυφή της Ιταλίας ξανά – Ο ρόλος του Κίβου και του Μαρότα

Ο Ρουμάνος τεχνικός έμοιαζε αρχικά με λύση ανάγκης, όμως κατάφερε να εξελιχθεί σε πραγματικό ηγέτη. Και η Ίντερ, από ομάδα που έμοιαζε ασταμάτητη και «απρόβλεπτη», μετατράπηκε σε μια ομάδα απόλυτα «λογιστική»: κέρδιζε σταθερά απέναντι στους λιγότερο ανταγωνιστικούς αντιπάλους και έχτισε έτσι το πρωτάθλημά της.

Ας ξεκινήσουμε από το τέλος: σε αυτό το 21ο σκουντέτο βρίσκεται η απόλυτη ουσία της Ίντερ. Καταστροφική εκκίνηση, με δύο ήττες στις τρεις πρώτες αγωνιστικές, στη συνέχεια μια εντυπωσιακή αντεπίθεση, έπειτα η αίσθηση υπεροχής και η πεποίθηση πως όλα είχαν ήδη κριθεί, για να ακολουθήσουν νέες ήττες και οι γνώριμοι φόβοι της ανοιξιάτικης κατάρρευσης. Και τελικά, το καθοριστικό ξέσπασμα ήρθε εκεί που λίγοι το περίμεναν, σχεδόν με τη δύναμη της συγκυρίας.

Η Ίντερ ξαναχτίστηκε βήμα-βήμα, βγαίνοντας από τον βυθό στον οποίο είχε βρεθεί, μετά το πέναλτι του Πέδρο στο Σαν Σίρο στο τελευταίο λεπτό και το βαρύ 5-0 από την Παρί στο Μόναχο. Η απώλεια πρωταθλήματος και Champions League με τόσο οδυνηρό τρόπο έμοιαζε με διπλό χτύπημα, σχεδόν θανάσιμο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και η απόφαση του Ιντσάγκι να αποχωρήσει για τη Σαουδική Αραβία.

Η επιλογή του Κρίστιαν Κίβου φάνηκε αρχικά σαν μια προσωρινή, αναγκαστική λύση, σαν τον οικογενειακό γιατρό σε μια δύσκολη και σύνθετη ασθένεια: όχι επειδή είναι ο ιδανικός, αλλά επειδή είναι ο πιο κοντινός και, σε ορισμένες στιγμές, ένας φίλος μοιάζει πιο χρήσιμος από έναν επιστήμονα.

Κι όμως, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.

Ο Κίβου, παρότι διατήρησε κάποια από τα φυσιολογικά ελαττώματα ενός προπονητή που ακόμη χτίζεται, κατάφερε να γίνει ο ηγέτης ενός συνόλου ισχυρού, αλλά ψυχολογικά εξαντλημένου. Χωρίς απότομες αλλαγές, χωρίς θεαματικές κινήσεις, πέρασε σταδιακά στους παίκτες την πεποίθηση πως μπορούσαν να επιστρέψουν στις νίκες. Όχι απαραίτητα στο Champions League – εκεί, προς το παρόν, αγωνίζονται άλλες ποδοσφαιρικές «γαλαξίες» – αλλά στο σκουντέτο, ναι.

Η Ίντερ εκμεταλλεύτηκε τα προβλήματα της Νάπολι, που ξεκίνησε ως το μεγάλο φαβορί και πρωταθλήτρια Ιταλίας με έναν σπουδαίο προπονητή στον πάγκο της. Παράλληλα, βρήκε χώρο μέσα στη μεταβατική περίοδο που διανύουν Μίλαν και Γιουβέντους.

Ο Κίβου οφείλει πολλά σε προσωπικότητες με χαρακτήρα και ποιότητα: πρώτα απ’ όλα στον Λαουτάρο Μαρτίνες, αλλά και στους Ντι Μάρκο, Μπαρέλα και Τσαλχάνογλου. Σε αυτούς προστέθηκαν οι εκρήξεις του Πίο Εσπόζιτο, οι στιγμές του Τουράμ και η σταθερότητα του Ακάντζι.

Οι δυο… αλήθειες του τίτλου

Η χρονιά εξελίχθηκε ανάμεσα σε δύο αλήθειες: τη συνείδηση της δύναμης της ομάδας και την αποδοχή των περιορισμών της. Οι βαθμοί συγκεντρώθηκαν κυρίως απέναντι στις λιγότερο ανταγωνιστικές ομάδες, με την Ίντερ να αποδέχεται απώλειες στα μεγάλα ντέρμπι.

Από ομάδα σχεδόν «απροσπέλαστη», μετατράπηκε σε ομάδα «λογιστική». Γιατί στο τέλος, τρεις βαθμοί είναι πάντα τρεις βαθμοί, ανεξάρτητα από το ποιον νικάς.

Τίποτα από όλα αυτά, όμως, δεν θα ήταν εφικτό αν ο σύλλογος δεν άντεχε το τσουνάμι απογοήτευσης που απείλησε να παρασύρει τα πάντα. Η Ίντερ είχε πάντα ως μεγαλύτερους αντιπάλους τους ίδιους της τους δαίμονες.

Η Oaktree αποδείχθηκε ένα fund με ξεκάθαρη αθλητική στόχευση, ικανό να προσφέρει στήριξη και αυτονομία, ζητώντας φυσικά παράλληλα σεβασμό στις οικονομικές ισορροπίες.

Έτσι, ο Μπέπε Μαρότα μπόρεσε να μαζέψει τα κομμάτια και να στηρίξει με συνέπεια το πρότζεκτ Κίβου. Παρά ορισμένες λανθασμένες επιλογές στο μεταγραφικό πεδίο, όπως οι περιπτώσεις των Λουίς Ενρίκε, Ντιούφ και η παραμονή του Ζόμερ κάτω από τα δοκάρια στο τέλος πέτυχε τον στόχο.

Κατέκτησε το τρίτο του σκουντέτο με την Ίντερ, έχοντας συνεργαστεί με τρεις διαφορετικούς προπονητές, εντελώς διαφορετικής φιλοσοφίας.

Η λεγόμενη “Marotta League” δεν υπάρχει. Αν υπήρχε, η Ίντερ δεν θα είχε χάσει πρωταθλήματα που έμοιαζαν ήδη δικά της, ούτε καθοριστικά παιχνίδια όπως συνέβη στο παρελθόν.

Η φετινή επιτυχία δεν ήταν μονόλογος. Η Νάπολι πλήρωσε τους συνεχόμενους τραυματισμούς, αλλά επιβεβαίωσε ξανά τη δύναμη και την ποιότητά της. Ο Ντε Λαουρέντις έχει πλέον τοποθετήσει σταθερά τον σύλλογο στην ελίτ του ιταλικού ποδοσφαίρου, ίσως σε επίπεδο πιο σταθερό ακόμη και από την εποχή του Μαραντόνα, όταν τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από έναν ποδοσφαιρικό θεό.

Σήμερα είναι διαφορετικά: τη διαφορά την κάνει η δομή του συλλόγου. Η Νάπολι κέρδισε με τον Σπαλέτι και τον Κόντε, με τον Οσιμέν και τον Λουκάκου, με τον Κβαρατσχέλια και τον ΜακΤόμινεϊ. Οι τελευταίες τέσσερις σεζόν ανήκουν ξεκάθαρα σε Ίντερ και Νάπολι, και αυτό λέει σχεδόν τα πάντα.

Αυτό που λείπει από το ιταλικό ποδόσφαιρο είναι η επιστροφή της Μίλαν και της Γιουβέντους. Η φετινή τους χρονιά μπορεί να θεωρηθεί μεταβατική, όμως για συλλόγους με ιστορία πρωταθλητισμού, και Champions League από μόνη της δεν αρκεί. Δεν μπορείς να ζεις μόνο με «καλές πορείες» όταν έχεις μάθει να ζεις με τίτλους. Το ιταλικό ποδόσφαιρο έχει ανάγκη από την επιστροφή τους. Χρειάζεται ιδέες, ενέργεια και αποφασιστικότητα. Υπάρχει τεράστια απόσταση να καλυφθεί. Και η επιστροφή αρχίζει μόνο όταν σταματάς να περιμένεις.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική Απορρήτου & Cookies