Όταν οι ισραηλινοαμερικανικοί βομβαρδισμοί άρχισαν να σκίζουν τον ουρανό της Τεχεράνης, ο Ντουκένς Ναζόν δεν βρισκόταν σε κάποιο καταφύγιο, ούτε σε αποστολή με την εθνική του. Ήταν απλώς ένας ποδοσφαιριστής που περίμενε να επιβιβαστεί σε μια πτήση. Ένας 31χρονος επιθετικός, «ο δικός μας Μπαπέ», όπως λένε χαμογελώντας στην Αϊτή.
Μόνο που εκείνο το πρωινό, το χαμόγελο έσβησε. Μερικά λεπτά πριν από την απογείωση, ένα μήνυμα στο Snapchat άλλαξε τα πάντα. Σειρήνες. Καταφύγια. «Αν είσαι στο αεροπλάνο, ο Θεός σ’ αγαπάει. Οι σειρήνες μόλις ήχησαν» του είπε ο φίλος του από το Ισραήλ. Του απαντάω: «Ναι, είμαι μέσα”. Χάρηκα. Αρχίζουμε να κουβεντιάζουμε… και ξαφνικά ο κυβερνήτης σταματά. “Όλοι κατεβαίνετε. Οι βομβαρδισμοί ξεκίνησαν”. Εκεί έγινε πανικός».
Η τύχη είχε παγώσει πάνω στον διάδρομο απογείωσης. Μέσα στον πανικό, εκείνος κράτησε την ψυχραιμία του. Πήρε τη βαλίτσα του, μπήκε στο λεωφορείο της ομάδας και γύρισε πίσω στην πόλη. Στον αντίθετο δρόμο, οι ουρές των αυτοκινήτων έφευγαν από την Τεχεράνη σαν ποτάμι που αναζητά διέξοδο. Στον ορίζοντα, καπνός. Μια βόμβα είχε πέσει κοντά τους.
Κι όμως, δεν φοβήθηκε. Ή τουλάχιστον έτσι λέει. «Είμαι… αδιάβροχος σε αυτά», εξηγεί. Ίσως γιατί στη ζωή του έχει μάθει να επιβιώνει. Ίσως γιατί ο φόβος, όταν έρχεται ξαφνικά, δεν προλαβαίνει να εγκατασταθεί.
Η απόφαση ήταν άμεση, σύνορα. Δέκα ώρες οδήγησης, μπλόκα, σιωπές, αγωνία. «Δέκα ώρες δρόμος, μπλόκα παντού. Φτάνουμε στις 4 το πρωί. Νόμιζα πως τα σύνορα είναι πάντα ανοιχτά, αλλά ήταν κλειστά» τονίζει. Στις 04.00 τα ξημερώματα έφτασε στη γέφυρα που χωρίζει το Ιράν από το Αζερμπαϊτζάν. Μόνο που η έξοδος από μια χώρα δεν σημαίνει πάντα και είσοδο σε μια άλλη.
Χωρίς τον απαραίτητο κωδικό βίζας, έμεινε εκεί. 30 ώρες. Ούτε μέσα ούτε έξω. Οι Ιρανοί είχαν ήδη σφραγίσει την αναχώρησή του, δεν μπορούσε να επιστρέψει. Το Αζερμπαϊτζάν δεν τον δεχόταν ακόμη.
«Έμεινα 30-32 ώρες στα σύνορα. Είχαν βάλει τη σφραγίδα εξόδου και δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Για μερικές ώρες ήμουν… ανάμεσα σε δύο χώρες. Ουσιαστικά πουθενά. «Μου έλεγαν “ίσως αύριο, ίσως στο τέλος της εβδομάδας”. Εκεί αρχίζεις και σκέφτεσαι. Ο μάνατζέρ μου, η οικογένειά μου, φίλοι, χορηγοί, όλοι πίεζαν παντού. Πρεσβείες, επαφές… Στο τέλος δεν χρειάστηκε καν ο κωδικός»..
Όταν περνά τη γέφυρα, η εικόνα τον παγώνει: «Ήταν γκρίζα όλα. Στρατιώτες, ποτάμι, στολές. Έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη. Είδα μια ρουκέτα τη νύχτα. Η ρουκέτα κατεβαίνει απότομα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρεις πού θα πέσει. Όταν τη βλέπεις, ξέρεις ότι δεν είναι καλό σημάδι».
Η γυναίκα του ξενυχτούσε, τα παιδιά του κοιμόντουσαν χωρίς να ξέρουν. Η οικογένεια τηλεφωνούσε παντού: πρεσβείες, διπλωμάτες, επαφές. Η αγωνία όμως δεν έχει σύνορα.
Τελικά, η γραφειοκρατία υποχώρησε μπροστά στην επιμονή. Η μπάρα σηκώθηκε. Το ποτάμι, τα γκρίζα νερά, οι στολές, η αίσθηση εμπόλεμης ζώνης, όλα έμοιαζαν σκηνή από ταινία. Μόνο που ήταν η δική του ζωή. «Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι δεν θα τα καταφέρω», λέει. «Είμαι πειρατής. Μου θύμισε ότι και η χώρα μου περνάει τρομερά πράγματα. Το Πορτ-ο-Πρενς δεν είναι εύκολο. Όταν ζεις κάτι τέτοιο από κοντά, σκέφτεσαι ακόμα πιο δυνατά την πατρίδα σου». Ίσως είναι η άμυνά του. Ίσως είναι η πίστη του ότι πάντα θα βρίσκει διέξοδο.
Τώρα σκέφτεται το επόμενο συμβόλαιο, τα γκολ, το Παγκόσμιο Κύπελλο. Μα βαθιά μέσα του, η εμπειρία αυτή άφησε σημάδι. Γιατί όταν βρέθηκε σε μια χώρα που φλεγόταν, σκέφτηκε την Αϊτή. Την πατρίδα του, που επίσης ζει με τον δικό της διαρκή φόβο.
